ΕΥΤΡΑΠΕΛΑ ΤΩΝ ΠΑΠΙΚΩΝ – Η Β΄ ΒΑΤΙΚΑΝΗ ΣΥΝΟΔΟΣ

Η Β´ ΒΑΤΙΚΑΝΗ Σύνοδος εἰς τὸν ρωμαϊκὸν οἰκουμενισμόν της ἠθέλησε νὰ συμπεριλάβῃ καὶ τὰς σχέσεις τῆς παπικῆς ᾿Εκκλησίας πρὸς τὰς ξένας Θρησκείας. Εἰς τοῦτο ἀποβλέπει ἡ ὑπὸ τῆς Συνόδου ἐκδοθεῖσα καὶ εὐρέως κυκλοφορήσασα «Δήλωσις περὶ τῶν σχέσεων τῆς ᾿Εκκλησίας μετὰ τῶν μὴ Χριστιανικῶν Θρησκειῶν».
῾Η Σύνοδος ἀναφερομένη εἰς τὰς σχέσεις τῆς ρωμαιοκαθολικῆς ᾿Εκκλησίας πρὸς τὸν «᾿Ινδουϊσμὸν» καὶ τὸν «Βουδδισμόν», τονίζει: «῾Η Καθολικὴ ᾿Εκκλησία οὐδὲν ἐξ ὅσων εἶναι ἀληθῆ καὶ ὅσια εἰς τὰς Θρησκείας ταύτας ἀπορρίπτει» («Δήλωσις περὶ τῶν σχέσεων τῆς ᾿Εκκλησίας μετὰ τῶν μὴ Χριστιανικῶν Θρησκειῶν» τῆς Β´ ἐν Βατικανῷ Συνόδου, ἑλληνικὴ μετάφρασις, σελ. 4, Typis Polyglottis Vaticanis, 1966). ᾿Εν συνεχείᾳ, ἡ «Δήλωσις» παροτρύνει τὰ τέκνα τῆς «Καθολικῆς ᾿Εκκλησίας», ὅπως ἀρχίσουν «ἐν συνέσει καὶ ἐν ἀγάπῃ διάλογον καὶ συνεργασίαν μετὰ τῶν ὀπαδῶν τῶν ἄλλων Θρηκειῶν».
Εὐλόγως ὅμως διερωτᾶται ὁ ἀναγνώστης τῆς Βατικανείου Δηλώσεως: Ποῖα «ἀληθῆ καὶ ὅσια» εὑρίσκουν οἱ ρωμαιοκαθολικοὶ ἐπίσκοποι, οἱ παρακαθήσαντες εἰς τὴν κοσμοπολιτικὴν Σύνοδόν των, εἰς τὴν θρησκευτικὴν διδασκαλίαν τοῦ ᾿Ινδουϊσμοῦ, ὅταν, κατὰ τὴν ὁμολογίαν των, ἡ ᾿Ανατολικὴ αὕτη Θρησκεία στηρίζεται εἰς τὴν «ἀνεξάντλητον γονιμότητα τῶν μύθων»; Τὰ ὅσια καὶ τὰ ἀληθῆ εὑρίσκονται μόνον εἰς τὸν Χριστιανισμόν καὶ ὄχι εἰς τὸν ᾿Ινδουϊσμόν, ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ τὸν ἁπλοῦν ᾿Ινδουϊστὴν νὰ λατρεύῃ σήμερον «ἕνα ἀφαντάστως μέγαν ἀριθμὸν θεῶν» καὶ νὰ θεωρῇ ὡς ἱερὸν ζῷον τὴν ἀγελάδα (Θρησκευτικὴ καὶ ᾿Ηθικὴ ᾿Εγκυκλοπαιδεία, τ. ΣΤ´, σελ. 903).
Περὶ τῶν «ὁσίων καὶ τῶν ἀληθῶν» τοῦ Βουδδισμοῦ ἀρκούμεθα εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀειμνήστου καθηγητοῦ Νικολάου Λούβαρι:
«῾Ο Βουδδισμός, στηριζόμενος ἐπὶ τῆς ἀπαισιοδοξίας, ἡ ὁποία ἐμφανίζει τὸν κόσμον ὥς τι ἀπολήτως κακόν, κυρήττει τὴν ἀπὸ τοῦ βίου ἀπαλλαγήν. Διότι, ὡς λέγει ὁ Βούδδας, τὰ πάντα εἶναι κακά, ἡ γέννησις κ.λ.π. ᾿Απὸ ὅλα αὐτὰ θέλει νὰ ἐλευθερώσῃ τὸν ἄνθρωπον. Αἱ ἰδέαι ὅμως αὐτοῦ δὲν ἐνέχουσιν ἠθικὸν χαρακτῆρα… Τὸ κακόν, ἀπὸ τοῦ ὁποίου θέλει νὰ ἀπολυτρώσῃ ἡμᾶς, εἶναι τὸ φυσικὸν κακόν…» (Νικολάου Λούβαρι, ῾Η Θρησκεία τοῦ Βάγνερ, σελ. 14, ᾿Αθῆναι, 1928).
Ποία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ Χριστοῦ καὶ Βούδδα, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸς ὁ διάλογος μεταξὺ Χριστιανῶν καὶ Βουδδιστῶν; Οἱ Βουδδισταί, ὡς ἔξω τοῦ Χριστιανισμοῦ ἱστάμενοι, ἔχουν ἀνάγκην κηρύγματος ἐπιστροφῆς καὶ ὄχι διαλόγου. ᾿Επὶ ποίου σημείου νὰ συνδιαλεχθῇ ἡ Χριστιανικὴ ᾿Αλήθεια μετὰ τῆς πλάνης τοῦ Βουδδισμοῦ;
῾Ο Ν. Λούβαρις, εἰς τὸ κύκνειον ἇσμά του «Συμπόσιον ῾Οσίων», γράφει περὶ τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Βούδδα:
«Χριστὸς καὶ Βούδδας ἀποτελοῦν μίαν μεγάλην ἀντίθεσιν πρὸς ἀλλήλους… ῾Ο Βούδδας σημαίνει τὸ γεροντικὸν ἐπισφράγισμα ἑνὸς πολιτισμοῦ, ποὺ εἶχεν ἐξαντλήσει πλέον ὅλας του τὰ δυνατότητας. Ζῇ μόνον διὰ νὰ ἀποθάνῃ, διότι σκοπὸς τοῦ βίου εἶναι ἡ εἴσοδος εἰς τὸ Νιρβάνα, εἰς τὸ μηδέν… Τὸ κήρυγμα τοῦ Βούδδα ἐπαγγέλεται τὸν λυτρωμὸν ἀπὸ τὴν ζωὴν αὐτὴν καὶ τὸν πολλαπλοῦν πόνον της. ᾿Αλλ᾿ ὁ λυτρωμὸς αὐτὸς εἶναι δυνατὸς μόνον διὰ τοῦ θανάτου, διὰ τῆς νεκρώσεως τῆς βουλήσεως πρὸς τὴν ζωήν, διὰ τῆς ἐξόδου ἐξ αὐτῆς καὶ τῆς εἰσόδου εἰς τὴν παθητικὴν μακαριότητα τοῦ Νιρβάνα… Τοὐναντίον, ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ σημαίνει τὴν εἴσοδον εἰς τὴν αἰωνίαν ζωήν, σημαίνει ἀνακαινισμὸν καὶ μεταμόρφωσιν τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ ἀγῶνος τῆς ὑπερνικήσεως, τῆς αὐτοθυσίας καὶ τῆς ἀγάπης… ῾Ο Χριστὸς θεωρεῖ ἑαυτὸν ὡς μέσον πρὸς εἴσοδον εἰς τὴν αἰωνιότητα, ὡς τὴν θύραν διὰ τῆς ὁποίας εἰσερχόμεθα εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ… Δὲν ἀπαιτεῖ ὁ Χριστὸς παραίτησιν ἀπὸ τὴν ζωὴν καὶ ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ αὐτήν. ῞Ο,τι ἀπαιτεῖ εἶναι ἡ ἀλλαγὴ κατευθύνσεως εἰς τὴν ζωήν, ἡ στροφὴ πρὸς τὸ οὐσιῶδες, τὸ αἰώνιον περιεχόμενόν της. Νὰ εἴμεθα ὅπως ἦτο ὁ Χριστός, νὰ ζῶμεν ὅπως ἔζησεν ὁ Χριστός, νὰ ἀποθνήσκωμεν ὅπως ἀπέθανεν ὑπὲρ ἡμῶν ὁ Χριστός, αὐτὸ εἶναι τὸ περιεχόμενον, αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς. Καὶ ὅταν ἡ βασιλεία αὕτη κατοικῇ ἐντὸς ἡμῶν, τότε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ὁ κόσμος οὗτος καὶ ἡ παροῦσα ζωὴ κοιλὰς κλαυθμῶνος, ὡς θεωρεῖ αὐτὴν ὁ Βούδδας, πόνος μόνον καὶ δάκρυα καὶ δυστυχία… ῾Ο Βούδδας εἶναι τὸ ἐπιστέγμασμα ἑνὸς πολιτισμοῦ, ποὺ εἶχε περιπέσει εἰς παρακμήν, ἐνῷ ὁ ᾿Ιησοῦς σημαίνει τὴν ἀνατολὴν μιᾶς νέας ἀγλαοῦς ἡμέρας…» (Νικολάου Λούβαρι, Συμπόσιον ῾Οσίων, Α´. Χριστὸς – Θεολογία, σελ. 85, 86, 87, 89, ᾿Αθῆναι, 1962)..
Τί ἆρά γε εἶχον κατὰ νοῦν οἱ ἀρχιτέκτονες τοῦ Ρωμαϊκοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ κοσμοπολιτισμοῦ, ὅταν διὰ τῆς Βατικανείου Δηλώσεως ἀνεφέροντο εἰς τὰ «ἀληθῆ καὶ τὰ ὅσια» τοῦ Βουδδισμοῦ; Μήπως ἤθελον νὰ ἱκανοποιήσουν ἢ καὶ νὰ ἐνθαρρύνουν τοὺς ἀποχριστιανισθέντας Εὐρωπαίους, τοὺς μετέχουντας μιᾶς «ἀρκετὰ ἰσχυρᾶς κινήσεως ὑπὲρ ἑνὸς ἀνανεωμένου καὶ μεταρρυθμισμένου Βουδδισμοῦ, ἡ ὁποία εἶναι γνωστὴ ὡς Εὐρωπαϊκὸς Νεοβουδδισμός; » (.Ν. Λούβαρι, ἔνθ᾿ ἀνωτ., σελ. 85).
* * *
Η ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΟΣ Δήλωσις περὶ τῶν μὴ χριστιανικῶν θρησκειῶν ἀναφέρεται καὶ εἰς τὴν Μουσουλμανικὴν θρησκείαν.
Εἶναι χαρακτηριστικὸς ὁ ὕμνος τῆς Δηλώσεως πρὸς τὴν διαδασκαλίαν τοῦ Κορανίου:
«῾Η ᾿Εκκλησία ἀτενίζει ἐπίσης μετ᾿ ἐκτιμήσεως τοὺς Μουσουλμάνους, οἱ ὁποῖοι λατρεύον τὸν μόνον ζῶντα καὶ ὑπάρχοντα Θεόν…, εἰς ὃν ἡ ἰσλαμικὴ πίστις ἀσμένως ἀναφέρεται… Μολονότι δὲν ἀναγνωρίζουν τὸν ᾿Ιησοῦν ὡς Θεόν, σέβονται ἐν τούτοις Αὐτὸν ὡς προφήτην… ᾿Εκτιμοῦν (οἱ Μουσουλμᾶνοι) τὴν ἠθικὴν ζωὴν καὶ λατρεύουν τὸν Θεὸν κυρίως διὰ τῆς προσευχῆς, τῆς ἐλεημοσύνης καὶ τῆς νηστείας» («Δήλωσις…», ἔνθ᾿ ἀνωτ., σελ. 5).
Περίεργος ὄντως ἡ θεολογία τῆς Β´ Βατικανῆς Συνόδου! Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λατρεύουν οἱ Μωαμεθανοὶ τὸν ἀληθῆ, «τὸν μόνον ζῶντα καὶ ὑπάρχοντα Θεόν», ἐφ᾿ ὅσον δὲν πιστεύουν καὶ δὲν λατρεύουν τὸν Χριστὸν ὡς Θεόν; Δὲν ἀνέγνωσαν, λοιπόν, οἱ θεολόγοι τοῦ Βατικανοῦ τὸν κατηγορηματικὸν λόγον τοῦ Κυρίου: «῾Ο μὴ τιμῶν τὸν Υἱὸν οὐ τιμᾷ τὸν Πατέρα τὸν πέμψαντα αὐτόν;» (᾿Ιωάν. ε´ 23). Οὐδὲ τὸν λόγον τοῦ Εὐαγγελιστοῦ ᾿Ιωάννου ἀνέγνωσαν οἱ εἰδήμονες τῆς Β´ Βατικανῆς Συνόδου: «Πᾶς ὁ ἀρνούμενος τὸν Υἱόν, οὐδὲ τὸν Πατέρα ἔχει»; (Α´ ᾿Ιωάν. β´ 23).
᾿Ακατανόητος εἶναι καὶ ἡ θέσις τῆς Βατικανείου Δηλώσεως περὶ τῆς ἐκτιμήσεως ὑπὸ τῶν Μουσουλμάνων τῆς ἠθικῆς ζωῆς. Ποίαν ἠθικὴν ζωὴν παρὰ τῷ Μωαμεθανισμῷ ἐννοεῖ ἡ Δήλωσις; Μήπως τὴν ἠθικὴν ζωὴν τῶν χαρεμίων; ᾿Εμελέτησαν ἆράγε τὸ Κοράνιον οἱ συντάκται τῆς Δηλώσεως καὶ κατέληξαν εἰς τὸν ἀναφερθέντα ὕμνον; ᾿Ασφαλῶς, οἱ ρωμαιοκαθολικοὶ ὑμνηταὶ τῆς μουσουλμανικῆς λατρείας καὶ ἠθικῆς δὲν ἀγνοοῦν, ὅτι ἡ Μωαμεθανικὴ θρησκεία στηρίζεται ἐξ ὁλοκλήρου εἰς σειρὰν ἀπατῶν ἑνὸς ἀγύρτου δικτάτορος, τοῦ Μωάμεθ, ὑποδυθέντος τὸν ρόλον τοῦ προφήτου. Καὶ μόνον ἡ ἁπλῆ ἀνάγνωσις τοῦ Κορανίου πείθει περὶ τῆς ἠθικῆς ποιότητος τῆς Μωαμεθανικῆς θρησκείας.
῾Ο Th. Carlyle, κρίνων τὸ ἠθικὸν περιεχόμενον τοῦ Κορανίου, γράφει:
«῾Η ὑψηλὴ διδασκαλία τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκδικούμεθα, εἶναι ἄγνωστος ἐνταῦθα· ὀφείλεις νὰ ἐκδικῆσαι, λέγει ὁ Μωάμεθ» (Thomas Carlyle, Οἱ ῞Ηρωες, μετάφρασις ᾿Ανδρ. Δαλεζίου, σελ. 91, ᾿Αθῆναι, 1924..)
Κατὰ τὸν Carlyle, ὁ Μωάμεθ
«λαλεῖ πρὸς τὸν ἄλλον εἰς γλῶσσαν ἀλάξευτον, εἰς διάλεκτον πλήρη ἀρρυθμίας, ὠμότητος κατάμεστον ἀνοησιῶν… Κάμνει περίεργον σύμμιξιν ἀγαθοῦ καὶ κακοῦ» (Thomas Carlyle, ἔνθ᾿ ἀνωτ., σελ. 122).
῾Η ἐκδίκησις καὶ ἡ «σύμμιξις ἀγαθοῦ καὶ κακοῦ», ἡ ὑπὸ τοῦ Κορανίου συνιστωμένη, οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει πρὸν τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἠθικῆς ζωῆς ὑπὸ τῶν Μουσουλμάνων, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖ ἡ Δήλωσις τῆς Β´ Βατικανικῆς Συνόδου. Εἶναι ἀπορίας ἄξιον πῶς ἐγράφη τοιοῦτος ὕμνος πρὸς τὴν μουσουλμανικὴν ἠθικήν, ὅταν οἱ μελετῶντες ἐπισταμένως τὸ Κοράνιον, ἀποφαίνωνται:
«᾿Οφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἡ ἀνάγνωσις τοῦ βιβλίου τούτου εἶναι τόσον κουραστική, ὅσον οὐδενὸς ἄλλου βιβλίου. Εἶναι ἀνιαρόν, συγκεχυμένον συνονθύλευμα, ἀκατέργαστον, ἀκαλλιέργητον πεδίον ἀπεραντολογιῶν, ταὐτολογιῶν καὶ ἐμπλοκῶν, ἐν συντόμῳ ἀφόρητος χυδαιότης… Τὸ Κοράνιον ἀναγινώσκομεν, καθ᾿ ὃν τρόπον διεξερχόμεθα τὰ ρακώδη καὶ δυσανάγνωστα ἀρχεῖα τοῦ κράτους, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅπως ἀρυσθῶμεν πληροφορίας, συνδεομένας πρός τι περίεργον ἱστορικὸν πρόσωπον» (Thomas Carlyle, ἔνθ᾿ ἀνωτ., σελ. 81..)
῾Ομολογοῦμεν, ὅτι ἀδυνατοῦμεν νὰ κατανοήσωμεν ποίαν σκοπιμότητα ὑπηρετεῖ ὁ ὕμνος πρὸς τὴν Μουσουλμανικὴν θρησκείαν, ὁ περιλαμβανόμενος εἰς τὴν Δήλωσιν τῆς Β´ Βατικανῆς Συνόδου.
* * *
Η Β´ ΒΑΤΙΚΑΝΗ Σύνοδος ὁμιλεῖ καὶ περὶ «ἀδελφικοῦ διαλόγου» πρὸς τοὺς ᾿Ιουδαίους («Δήλωσις περὶ τῶν σχέσεων τῆς ᾿Εκκλησίας μετὰ τῶν μὴ χριστιανικῶν θρησκειῶν», ἔνθ᾿ ἀνωτ., σελ. 7). Πρὸς ἐπιτυχίαν μάλιστα τοῦ μετὰ τῶν ᾿Ιουδαίων διαλόγου ἡ Σύνοδος ἀπήλλαξε τοὺς ᾿Ιουδαίους ὡς σύνολον ἐκ τῆς εὐθύνης τοῦ στυγεροῦ ἐγκλήματος τῆς Σταυρώσεως τοῦ Κυρίου:
«Μολονότι αἱ ᾿Ιουδαϊκαὶ ᾿Αρχαὶ μετὰ τῶν ὀπαδῶν των ὤθησαν εἰς τὸν θάνατον τοῦ Χριστοῦ, ὅσα διεπράχθησαν ἐν τούτοις κατὰ τὸ πάθος Του δὲν δύναται νὰ καταλογισθοῦν οὔτε ἀδιακρίτως εἰς ὅλους τοὺς τότε ζῶντας ᾿Ιουδαίους, οὔτε εἰς τοὺς ᾿Ιουδαίους τῶν ἡμερῶν μας» («Δήλωσις…», ἔνθ᾿ ἀνωτ., σελ. 7).
Εἶναι γεγονός, ὅτι ἡ καινὴ ἐντολὴ τῆς ἀγάπης, ἡ κηρυχθεῖσα ὑπὸ τοῦ σταυρωθέντος Κυρίου, δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἔχρθαν καὶ τὸν φανατισμὸν ἐναντίον οὐδενός, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως δὲ αὐτῆς ὀρθῶς ἡ Βατικάνειος Δήλωσις
«ἐκφράζει τὴν λύπην της διὰ τὰ μίση, τοὺς διωγμοὺς καὶ τὰς ἀντισημιτικὰς ἐκδηλώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐναντίον τῶν ᾿Ιουδαίων καθ᾿ οἱανδήποτε ἐποχὴν καὶ ὑφ᾿ οἱωνδήποτε» («Δήλωσις…», ἔνθ᾿ ἀνωτ., σελ. 7).
Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ μετὰ συγκινήσεως ἐνθυμεῖταί τις, ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν ᾿Ιουδαίων ἐσώθησαν εἰς τὴν ῾Ελλάδα κατὰ τὴν περίοδον τῆς Γερμανικῆς κατοχῆς (1941-1944) ὑπὸ τῶν ᾿Ορθοδόξων ῾Ελλήνων, οἱ ὁποῖοι μὲ προφανῆ κίνδυνον τῆς ζωῆς των περιέκρυπτον τοὺς κινδυνεύοντας ᾿Ιουδαίους ἐκ τοῦ ἀπηνοῦς ἀντισημιτικοῦ διωγμοῦ τοῦ ἀθέου ᾿Αδόλφου Χίτλερ.
᾿Απὸ τοῦ σημείου ὅμως αὐτοῦ μέχρι τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν πλείστων ἐκ τῶν ᾿Ιουδαίων, τῶν συγχρόνων πρὸς τοὺς σταυρωτάς, ἐκ τῆς εὐθύνης τῆς Σταυρώσεως, ὑπάρχει μεγάλη διαφορά.
᾿Αναμφιβόλως, οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς εἶχον τὴν κυρίαν εὐθύνην τῆς Σταυρώσεως τοῦ Χριστοῦ.
Οἱ ἄρχοντες ὅμως τῶν ᾿Ιουδαίων ἀπεδείχθησαν ἀδίστακτοι, διότι ἐβασίσθησαν καὶ ἐπὶ τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον τελικῶς ἔπεισαν νὰ ζητήσῃ ἀντὶ τοῦ Βαραββᾶ τὸν Χριστόν: «Οἱ δὲ ἀχιερεῖς ἀνέσεισαν τὸν ὄχλον, ἵνα μᾶλλον τὸν Βαραββᾶν ἀπολύσῃ αὐτοῖς» (Μάρκ. ιε´ 11).
Περὶ τοῦ ᾿Ιουδαϊκοῦ ὄχλου γράφει ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστής: «Οἱ δὲν πάλιν ἔκραξαν· σταύρωσον αὐτόν» (Μάρκ. ιε´ 13). ῞Οταν ὁ Πιλᾶτος, εἰς μίαν τελευταίαν δραματικὴν προσπάθειαν διασώσεως τοῦ Κυρίου, ἔνιψε τὰ χεῖράς του, λέγων πρὸς τὸν μαινόμενον ᾿Ιουδαϊκὸν λαόν, «ἀθῶός εἰμι ἀπὸ τοῦ αἵματος τοῦ δικαίου τούτου· ὑμεῖς ὄψεσθε» (Ματθ. κζ´ 24), τότε «ἀποκριθεὶς πᾶς ὁ λαὸς εἶπε· τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐφ᾿ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα ἡμῶν» (Ματθ. κζ´ 25). ῾Η καταδικαστικὴ ἀπόφασις τοῦ καιροσκόπου Πιλάτου, ἡ ἀνακηρύξασα τὸν Χριστὸν ἔνοχον σταυρικοῦ θανάτου, ἀπέβλεπε κυρίως εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τῆς συναγωγῆς τῶν πονηρευομένων ᾿Ιουδαίων: «῾Ο δὲ Πιλᾶτος βουλόμενος τῷ ὄχλῳ τὸ ἱκανὸν ποιῆσαι, ἀπέλυσεν αὐτοῖς τὸν Βαραββᾶν καὶ παρέδωκε τὸν ᾿Ιησοῦν φραγγελώσας, ἵνα σταυρωθῇ» (Μάρκ. ιε´ 15).
᾿Εκ τῶν συγχρόνων τοῦ Κυρίου ᾿Ιουδαίων οἱ πιστεύσαντες καὶ ἐπιστραφέντες εἰς τὸν Χριστὸν ἀπηλλάγησαν πάσης εὐθύνης ὡς πρὸς τὸ στυγερὸν ἔγκλημα τῆς Σταυρώσεως. Πάντες οἱ ἄλλοι, καὶ ἐὰν δὲν παρευρέθησαν κατὰ τὴν δίκην τοῦ ᾿Ιησοῦ, υἱοθέτησαν πάντα τὰ γενόμενα καὶ ἐστράφησαν μὲ πάθος κατὰ τοῦ Κυρίου, διώκοντες ἀπηνῶς τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ Χριστοῦ.
Πῶς, λοιπόν, εἶναι δυνατὸν ὁ διώκτης ᾿Ιουδαϊκὸς λαὸς νὰ ἀπαλλαγῇ ἐκ τῆς εὐθύνης τῆς Σταυρώσεως τοῦ Χριστοῦ διὰ μιᾶς ἁπλῆς Δηλώσεως τῆς Β´ Βατικανῆς Συνόδου;
῎Επειτα, οἱ ᾿Ιουδαῖοι ὡς λαὸς οὐδέποτε ἔπαυσαν μισοῦντες καὶ διώκοντες τὴν θρησκείαν τοῦ ᾿Εσταυρωμένου. ῾Η ἱστορία ἀναφέρει, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν διωγμῶν κατὰ τῆς Χριστιανικῆς ᾿Εκκλησίας ὑπεκινήθησαν ἀμέσως ἢ ἐμμέσως ὑπὸ τῶν ᾿Ιουδαίων, διακατεχομένων ὑπὸ ἀσπόνδου μίσους κατὰ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ…
Ποῖον νόημα, λοιπόν, ἔχει ὁ ψευδὴς καὶ ὕποπτος φιλειρηνισμὸς τοῦ Ρωμαϊκοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ κοσμοπολιτισμοῦ, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἡ Β´ Βατικανὴ Σύνοδος ἔσπευσεν, ὅλως ἀμελετήτως, νὰ ἐκδώσῃ διὰ τῆς μνημονευθείσης Δηλώσεως, ἀπαλλακτικὸν βούλευμα χάριν τῶν ᾿Ιουδαίων, τῶν αἰωνίων ἐχθρῶν τοῦ Χριστιανισμοῦ; Βάσει τοῦ Βατικανείου βουλεύματος ἤρχισαν θεαματικαὶ ἀνταλλαγαὶ ἐπισκέψεων παπικῶν καρδιναλίων καὶ ἑβραίων ἀρχιραββίνων, ἀποτελοῦσαι, προφανῶς, «ἀδελφικὸν διάλογον» τῶν ρωμαιοκαθολικῶν καὶ τῶν ᾿Ιουδαίων.
῾Ο ᾿Απόστολος Πέτρος, τὸ Πρωτεῖον τοῦ ὁποίου ἐπικαλοῦνται οἱ Παπικοί, δὲν ἐξέδιδεν ἀπαλλακτικὰ βουλεύματα χάριν τῶν ὁμοεθνῶν του ῾Εβραίων, ἀλλ᾿ ἀπηύθυνε κήρυγμα ἐλέγχου καὶ μετανοίας πρὸς τοὺς σταυρωτὰς τοῦ Χριστοῦ (Πράξ β´ 23 καὶ 24).
* * *
Η ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΟΣ Δήλωσις, ἡ ἀναφερομένη εἰς τὸν διάλογον τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς ᾿Εκκλησίας μετὰ τῶν ᾿Ινδουϊστῶν, Βουδδιστῶν, Μωαμεθανῶν καὶ ῾Εβραίων δὲν παρέμεινε κενὸς λόγος, ἀλλὰ παρουσίασεν ἤδη τὰς πρώτας ἐμφανεῖς ἐκδηλώσεις συνεργασίας.
῾Ο «᾿Ορθόδοξος Τύπος» ἀνεδημοσίευσεν φωτογραφίαν τῆς «Καθολικῆς», ἐμφανίζουσαν τοὺς
συνελθόντας προσφάτως εἰς διάσκεψιν ἐν Οὐασιγκτῶνι ἐκπροσώπους τοῦ ᾿Ισλαμισμοῦ, Βουδδισμοῦ, ᾿Ινδουϊσμοῦ, ῾Εβραϊσμοῦ καὶ τοῦ Χριστιανισμοῦ («᾿Ορθόδοξος Τύπος», ἀριθ. 85, σελ. 4, Μάρτιος, 1968). Ποῖαι ἆραγε ζυμώσεις ἐπιτελοῦνται εἰς τὰς τραγελαφικὰς αὐ-
τὰς Διασκέψεις, αἱ ὁποῖαι ὑπενθυμίζουν προοίμια Θρησκευτικοῦ Συγκρητισμοῦ, ὁδηγοῦντος εἰς μίαν ἀπαράδεκτον Πανθρησκείαν; Οἱ μὲν Βουδδισταὶ καὶ ᾿Ινδουϊσταὶ ἐπιδιώκουν ὡς γνωστὸν τὴν ταχυτέραν ἐμφάνισιν τῆς Πανθρησκείας «ΜΡΑ» εἰς τὸν κόσμον, οἱ δὲ ῾Εβραῖοι ἔχουν τοὺς γνωστοὺς ἀμετακινήτους σκοπούς των, οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ ὅμως ποίαν μυστικὴν σκοπιμότητα ὑπηρετοῦν, λαμβάνοντες μέρος εἰς Διασκέψεις μετὰ τῶν ἀλλοθρήσκων;
῾Η Β´ Βατικανὴ Σύνοδος ἤνοιξε διάλογον ἀκόμη καὶ μετὰ τῶν Μασσώνων, τῶν Κομμουνιστῶν καὶ τῶν ἀθέων.
῾Ο ῾Αμίλκας ᾿Αλιβιζᾶτος γράφει ἐν προκειμένῳ:
«Δὲν πρέπει νὰ παροραθῇ τὸ σπουδαῖον γεγονός, ὅτι ἡ Σύνοδος αὐτὴ ἐκ πρωτοβουλίας προφανῶς τοῦ Πάπα Παύλου τοῦ ΣΤ´τέμνει νέαν ὁδὸν ἐπαφῆς πρὸς τὸν ἔξω αὐτῆς Χριστιανικὸν καὶ μὴ ἀκόμη κόσμον, μέχρι καὶ τῶν Μασόνων, τῶν Κομμουνιστῶν καὶ αὐτῶν τῶν ἀθέων ἀκόμη, τοὺς ὁποίους οὔτε καταδικάζει, οὔτε καλεῖ εἰς ἐπιστροφήν, ἀλλ᾿ ἁπλῶς, ὡς προσήκει εἰς τὸ χριστιανικὸν πνεῦμα, εἰς διάλογον διαφωτισμοῦ» (Μ.Δ. Σπυροπούλου (ἐπιμελ.),᾿Ορθόδοξος θεώρησις τῆς Β´ Συνόδου τοῦ Βατικανοῦ, ᾿Αθῆναι 1967, σελ. 32..)
Εἶναι ὄντως παράδοξος ἡ ἑρμηνεία, ἡ διδομένη ὑπὸ ὀρθοδόξου καθηγητοῦ θεολόγου εἰς τὴν στάσιν τῆς παπικῆς ᾿Εκκλησίας ἔναντι τῶν Μασσώνων καὶ τῶν ἄλλων ἐχθρῶν τῆς Χριστιανικῆς Πίστεως. ᾿Απᾴδει, λοιπόν, πρὸς τὸ χριστιανικὸν πνεῦμα ἡ καταδίκη τῶν Μασσώνων, τῶν Κομμουνιστῶν καὶ τῶν ἀθέων καὶ ἡ ὑπὸ τῆς ᾿Εκκλησίας πρόσκλησις, ὅπως ἐπιστρέψουν ἐκ τῆς πλάνης εἰς τὸν Χριστόν; Διατί τότε οἱ Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας κατεδίκαζον διὰ τῶν Συνόδων πάντας τοὺς πολεμοῦντας τὴν ᾿Ορθόδοξον Πίστιν; ῎Επειτα τί εἴδους «διάλογος διαφωτισμοῦ» εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ μετὰ τοῦ Μασσώνου καὶ τοῦ Κομμουνιστοῦ, ἐὰν δὲν ἀκούσουν οὗτοι, ὅτι καὶ ἡ Μασσωνία καὶ ὁ Κομμουνισμὸς ὡς στρατευομένη ἀθεΐα καταδικάζονται ἀπολύτως ὑπὸ τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ;
Τὸ μέλλον θὰ δείξῃ εἰς ποῖον θρησκευτικὸν χάος εἶναι δυνατὸν νὰ ὁδηγήσῃ ὁ ᾿Εξωχριστιανικὸς Οἰκουμενισμὸς τῆς Ρώμης, ὁ εἰσαγόμενος ὑπὸ τῆς Β´ Βατικανῆς Συνόδου διὰ τῆς «Δηλώσεως περὶ τῶν σχέσεων τῆς ᾿Εκκλησίας μετὰ τῶν μὴ χριστιανικῶν θρησκειῶν»!…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: