Παπικές μεθοδεύσεις πρός υποταγή της Ορθοδόξου Εκκλησίας (β΄ μέρος)

Αναγνώσαμε ότι ο Πάπας Αλέξανδρος ο IV (στο κείμενο σημειούται εσφαλμένως ώς Α΄), ο οποίος επάπισε το έτος 1254, καθώρισε στην Κύπρο να υπάρχουν μόνο τέσσαρες επίσκοποι, ήτοι ο αρχιεπίσκοπος Γερμανός, ο Σωλέας, ο Καρπάσου και ο Λευκάρων, επειδή τόσοι ήσαν και οι Λατίνοι. Και σε περίπτωση θανάτου Ρωμηού επισκόπου, να ψηφίζουν οι κληρικοί άλλον, και να επικυρώνη την εκλογήν του ο πλησιόχωρος Λατινοεπίσκοπος, να χειροτονήται όμως αυτός απο Ρωμηούς επισκόπους. Έπρεπε όμως αυτός που έμελε να χειροτονηθή, να δίδη έγγραφο υποσχετικό με το εξής περιεχόμενο <<εγώ ο (τάδε) επίσκοπος υποτάσσομαι στον Άγιο Πέτρο, που πρωτοκάθεται στον θρόνο της Εκκλησίας της Ρώμης και στον κύριό μου, τον Αρχιεπίσκοπο Λευκωσίας (τον Λατίνο), για να διασώζεται η τάξις του πατρίου μου αξιώματος και ακόμη (φρονώ ότι) μετά τον θάνατο του Αρχιεπισκόπου Γερμανού, να εκλείψη αρχιεπίσκοπος Ρωμηός και να αναγνωρίζεται ώς τοιούτος μόνο ο Λατίνος Μητροπολίτης, και αυτά ισχύουν και για τους Σύρους και για τους Ρωμηούς>>.
Η τάξις λοιπόν αυτή επεκράτησε στην Κύπρο μέχρι της αφίξεως εκεί του Ιωσήφ Βρυενίου και βρίσκονταν οι Ρωμηοί της Κύπρου σε κοινωνία με τους Σύρους, οι οποίοι ήσαν Ιακωβίτες, ήτοι μονοφυσίτες. Και για τον λόγο αυτό ο διδάσκαλος εκείνος εμπόδιζε, όπως έπρεπε, την ένωσι μ’ αυτούς, σύμφωνα με τους ιερούς κανόνες, που επιτάσσουν να μη κοινωνή κανείς με τους ακοινωνήτους (Δοσιθ. βιβλ. η΄ κεφ. ιζ΄ σελ. ε΄).
Αναγνώσαμε εκείνα τα οποία ώφειλαν απαραιτήτως να αποδεχθούν και δημοσίως να ομολογήσουν και να τα υποσχεθούν όλα στους λατίνους οι Κύπριοι <<<εγώ ο (τάδε) επίσκοπος υποτάσσομαι στον Άγιο Πέτρο, που πρωτοκάθεται στον θρόνο της Εκκλησίας της Ρώμης και στον κύριό μου, τον Αρχιεπίσκοπο Λευκωσίας (τον Λατίνο), για να διασώζεται η τάξις του πατρίου μου αξιώματος και ακόμη (φρονώ ότι) μετά τον θάνατο του Αρχιεπισκόπου Γερμανού, να εκλείψη αρχιεπίσκοπος Ρωμηός και να αναγνωρίζεται ώς τοιούτος μόνο ο Λατίνος Μητροπολίτης….>>. Αυτήν την ομολογία ο υποψήφιος ενώπιον πάντων την ομολογεί, και υπό Λατίνου γραμματέως αφού καταγραφεί μιά για πάντα, και αφού βεβαιωθή με την λέξι <<στέργω>>, όπως ήταν η συνήθεια, παραδίδεται στα χέρια του υποψηφίου.
Αναγνώσαμε ότι η κατά το έτος 1274 έν Λουγδούνω (Λυών) συγκληθείσα σύνοδος υπό του Γρηγορίου X (1271-1276) νομοθέτησε προνόμιο του Πάπα να δικάζη εκκλήτως(βλ. Δοσιθ. βιβλ. θ΄ συγγρ.α΄).
Ότι ο αυτοκράτωρ Μιχαήλ H΄ ο Παλαιολόγος (όπως ιστοριογραφεί ο Παχυμέρης) έλεγε στους Κωνσταντινουπολίτας, που δεν τους άρεσε η τοιούτου είδους ένωσις <<ώ άνθρωποι, καθόλου δεν θα βλαβούν τα δικά μας δόγματα. Μόνο τρία πράγματα θα αναγνωρίσουμε στόν Πάπα
α) το πρωτείο
β) το έκκλητο
γ) το μνημόσυνο του
Αυτά όμως θα αποβούν αντίλυτρα πολλών αιμάτων Ρωμηών που κινδυνεύουν να χαθούν
(αυτόθι, συγγρ. δ΄)>>.
Ότι μολονότι τέτοια έλεγε ο βασιλεύς Μιχαήλ, η Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως και το πλήρωμά της δεν επείθοντο. Γι΄ αυτό οι Πατριάρχαι Αρσένιος, Ιωσήφ, και Γρηγόριος Β΄ εναντιώθηκαν, και άλλος μέν εγκαταλείπει τον θρόνο και αναχωρεί πρός μονασμόν, άλλος εκδιώκεται, και οι εκλεκτοί αρχιερείς και κληρικοί, και μάλιστα και άρχοντες, μαστιγώνονται, φυλακίζονται, και υφίστανται απ’ τον Ρώμης Γρηγόριο και απ’ τον Μιχαήλ, όσα υπέστησαν κατά το παρελθόν οι άγιοι απο τον Νέρωνα, τον Δέκιο, τον Διοκλητιανό και τον Μαξιμιανό (ένθ. αν.).
Αναγνώσαμε ότι τους βασανισμούς και τις πληγές και τις τιμωρίες και τις δολοφονίες, που έκαναν οι λατινόφρονες στους πατέρας του Αγίου Όρους Άθω, κανένας διώκτης ειδωλολάτρης δεν τις έκανε. Ήταν δε τότε που τα έκαναν αυτά οι λατινόφρονες στον Άθωνα το έτος 6793 απο κτίσεως κόσμου (ήτοι το 1285).
Αναγνώσαμε ότι, όταν ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Αθανάσιος ο Γ΄ (1270-1308), ο οποίος βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολι για τις εναντίον του λατινόφρονος Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννου ΙΑ του Βέκκου ενέργειες, όταν θέλησε να επιστρέψη στην Αλεξάνδρεια, περνώντας απ’ την Εύριπο φιλοξενήθηκε απο συμπολίτας ορθοδόξους. Αλλά οι Λατίνοι τον αναγνώρισαν και τον επίεζαν να αποδεχθή τον Παπισμό και μάλιστα την κακοδοξία των αζύμων. Ο δέ πατριάρχης αντέτεινε ότι δεν υπάρχει ανάγκη να δεχθή τον παπισμό. Αυτοί όμως αποφάσισαν ή να ομολογήση την αποδοχή ή να τον παραδώσουν στην φωτιά για κατάκαυσι, ώς αμαρτάνοντα είς την θεία Εκκλησία.
Αναγνώσαμε ότι αφού δύο φορές κατέπλευσε ο Βασιλεύς Μανουήλ Β΄ (1391-1425), ο Παλαιολόγος, κατόπιν πολλών παρακλήσεων, πήρε την υπόσχεσι απο τον Πάπα και απ’ τους άλλους ότι θα έδιδαν βοήθεια, δεν του έδωσαν όμως, όπως στο τέλος αποδείχθηκε, με την πρόφασι ότι ο Βασιλεύς Μανουήλ σε μια απ’ τις εορτές δεν δέχθηκε να προσκυνήση το επιμάνικο του δεξιού χεριού ενός χωρεπισκόπου, που επάνω του σαν στολίδι ήταν υφασμένη η εικόνα του Ιησού Χριστού.
Αυτές λοιπόν υπήρξαν , σαν κάποιες αφετηρίες, μεθοδεύσεις τις οποίες οι Πάπαι χρησιμοποίησαν εναντίον της Ανατολικής Εκκλησίας.

Αποσπάσματα έκ του βιβλίου ΙΔΟΥ Ο ΠΑΠΙΣΜΟΣ βλ. Ευγένιου Βουλγάρεως απο τα Αντιρρητικά του Πατριάρχου Ιεροσολύμων Νεκταρίου.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: