ΤΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝ ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Οίς γάρ το μνημόσυνον και η κοινωνία απωλείας πρόξενα, τούτοις η παύσις και η διάστασις σωτηρίας υπόθεσις γίνεται (ΙΩΣΗΦ ΒΡΥΕΝΝΙΟΣ)

Μνημόσυνον, είναι Ιερά Παράδοσις και έθος πανάρχαιον είς την Εκκλησίαν του Χριστού. Είναι επιτακτική υποχρέωσις των λειτουργών της Πίστεως ημών, όπως, κατά τον παραδεδομένον τύπον, ο λειτουργός να αναφέρη το όνομα του οικείου προέδρου – του ορθοτομούντος τον λόγον της αληθείας – (του μή όντος ασεβούς ή αδίκου, κατά τον λα΄ Αποστολικόν Κανόνα) έν ταίς ιεραίς των ακολουθιών και λειτουργιών ευχαίς.
Η υποχρέωσις αύτη, έθος και Παράδοσις ούσα, το πρώτον ρητώς και κατηγορηματικώς εθεσπίσθη υπό των ΙΓ΄ και ΙΔ΄ Κανόνων της Α΄ και Β΄ Συνόδου.
Η Αγία ειρημἐνη Σύνοδος, συνελθούσα, έν Κων/πόλει έν έτει 861 ή κατ΄ άλλους τώ 863, και επιθυμούσα (κατά τον άριστον και σοφόν ερμηνευτήν Βαλσαμώνα) και τούτο να ρυθμίση (ήτοι την σατανικήν μανίαν των υποκλεπτομένων ιερωμένων να χωρίζωνται απο τους Επισκόπους των), ρητώς την μνημόνευσιν του ονόματος του προέδρου εθέσπισεν. Ιδού αυτούσιοι οι λόγοι του σοφού ερμηνευτού: <<Παυθήσεις τή χάριτι του Θεού της απο των αιρέσεων διαστάσεως, εώρων οι Πατέρες τινάς ιερωμένους υποκλεπτομένους κατά μεθοδείαν σατανικήν είς την των σχισματικών μανίαν, ώς αφισταμένους απο της των Επισκόπων αυτών κοινωνίας, μή όντων ασεβών, ή αδίκων, κατά τον λα΄ Αποστολικόν Κανόνα· διά μόνον δέ το λαληθήναι τινα ίσως εγκληματικά κατ΄ αυτών. Τούτο γούν, ώς καταμερίζον το σώμα του Χριστού, ήτοι την Εκκλησίαν, διορθούμενοι, ώρισαν καθαιρείσθαι τους τολμήσαντας ιερείς, ή διακόνους, ανευλόγως ούτως αποστήναι της μετα του Επισκόπου αυτών κοινωνίας, πρό εντελούς συνοδικής καταδίκης τούτου, και μή αναφέρειν έν ταίς θειαίς ιεροτελεστίαις το όνομα αυτού, κατά την εκκλησιαστικήν παράδοσιν…Και ού μόνον τούτους, αλλά και τους συνακολουθήσαντας αυτοίς, ιερωμένους μέν όντας, διορίζοντας καθαιρείσθαι· λαικούς δέ αφορίζεσθαι, και είναι επιτετιμημένους, μέχρι αν έν επιγνώσει του κακού γένωνται και τώ οικείω Επισκόπω προσέλθωσιν>> (όρα πλείονα έν Ράλλη-Ποτλή τόμ. Β΄ σελ. 690-691 και Ιερόν Πηδάλιον εκδ. 1970, σελ. 357).
Τόσον έκ του γράμματος του κειμένου του ειρημένου Ι. Κανόνος, όσο και έκ του πνεύματος, και μάλιστα έκ των ανεπτυγμένων σοφών ερμηνειών τών Ζωναρά, Βαλσαμώνος και Αριστήνου, σαφέστατα προκύπτει ότι η υποχρέωσις των κληρικών να μνημονεύωσιν του ονόματος του προέδρου αυτών έν ταίς ιεραίς ακολουθίαις και λοιπαίς προσευχαίς, εθιμικώς και παραδοσιακώς ετηρείτο μέν άχρι της Α΄ και Β΄ λεγομένης, Συνόδου, ρητώς δέ και κατηγορηματικώς, το πρώτον (διά πρώτην φοράν) υπ΄ αυτής εθεσπίσθη, αθετουμένη δέ, επιτίμοις καθυποβάλλει τους παραβάτας.
Ωσαύτως, σαφώς, προκύπτει, ότι ουδείς κληρικός, προφάσει δήθεν ή και αληθεία εγκλήματος (οίον πορνείας, ιεροσυλίας, σιμωνίας κλπ.) του προέδρου, ουδείς δικαιολογείται να διακόψη το μνημόσυνόν του, ούτε να αποστή της κοινωνίας εκείνου πρό της τελικής κατ΄ αυτού Συνοδικής κρίσεως.
Το θέμα του μνημοσύνου, όμως, έχει άλλως, όταν ο οικείος πρόεδρος δεν κατηγορείται επί εγκλήματι
(πορνείας, ιεροσυλίας, σιμωνίας κλπ.), ΑΛΛ΄ ΕΠΙ <<ΑΣΕΒΕΙΑ>>, ΤΟΥΤΕΣΤΙΝ ΕΠΙ ΚΑΚΟΔΟΞΙΑ, οπότε ομόφωνος η κρίσις Γραφών τε και διδασκάλων, βοά ότι ΠΑΣ ΤΙΣ, ΚΛΗΡΙΚΟΣ ΚΑΙ ΛΑΙΚΟΣ, ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΙΚΩΣ ΚΑΙ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΣ ΑΦΙΣΤΑΤΑΙ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΟΥ <<ΑΣΕΒΗΣΑΝΤΟΣ>> ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΑΥΤΟΥ ΚΑΙ ΔΙΑΚΟΠΤΕΙ ΤΗΝ ΜΝΕΙΑΝ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΑΥΤΟΥ, ΑΚΟΜΗ, ΚΑΙ ΠΡΟ ΣΥΝΟΔΙΚΗΣ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ ΑΥΤΟΥ, ώς θέλει αποδειχθεί κατωτέρω. <<Κοινωνία>>, κατά την επικρατεστέραν άποψιν, <<νοείται το σύνολον των δικαιωμάτων, των οποίων ο άνθρωπος εισερχόμενος εν τή Εκκλησία γίνεται μέτοχος, ιδία, κοινωνός γινόμενος των καθαγιαστικών και σωτηριωδών μέσων της Εκκλησίας, εν οίς θετέον εν τοίς πρώτοις, την μετάληψιν των αχράντων μυστηρίων>>. Τα δικαιώματα ταύτα κέκτηνται πάν βεβαπτισμένον μέλος της Εκκλησίας, οιανδήποτε κατέχον θέσιν εν αυτή, εφ΄ όσον τηρεί τους Εκκλησιαστικούς νόμους. Οι κληρικοί, διά την εξέχουσαν διακονίαν αυτών εν τή Εκκλησία, εκτός των γενικών αυτών δικαιωμάτων, ώς βεβαπτισμένων μελών της Εκκλησίας, απολαύουσι, σύν τοίς γενικοίς αυτοίς δικαιώμασι, και τινων ιδίων δικαιωμάτων. Το σύνολον των δικαιωμάτων των κληρικών εν τή Εκκλησιαστική γλώσση καλείται κοινωνία Εκκλησιαστική. Τα δικαιώματα αυτά, της τε κοινωνίας των λαικών και της τοιαύτης των κληρικών, υπό την έννοιαν της εκκλησιαστικής κοινωνίας, προσβαλλόμενα εκδικούνται υπό των δικαιούχων, εάν ούτοι τηρούν απαραβάτως τους Εκκλησιαστικούς νόμους. Εάν παραβαίνη ή αθετή ή καθ΄ οιονδήποτε άλλον τρόπον έρχεται τις ενάντιος πρός το καθεστώς της εννόμου τάξεως της Εκκλησίας, τότε, καθ΄ ωρισμένην βαθμολογικήν ακολουθίαν, ακολουθεί και ανάλογος απώλεια τινων ή και όλων των δικαιωμάτων, είτε λαικός είτε κληρικός είναι ο εναντιούμενος. Εάν αποτύχη ο κύριος σκοπός εκάστης Εκκλησιαστικής ποινής, όστις, ως είναι φυσικόν, αποβλέπει ίνα επαναφέρη εις την ευθείαν και ορθήν οδόν το αποπλανηθέν μέλος, τότε, Δεσποτική εντολή χρωμένη η Εκκλησία (<<Έστω σοι ώσπερ ο εθνικός και ο τελώνης>> (Ματθ. ΙΗ΄ 17), ΑΠΟΒΑΛΛΕΙ ΕΚ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΑΥΤΗΣ τα επιβλαβή στοιχεία, αναχαιτίζουσα ούτω και αποσοβούσα την ολέθριαν επιρροήν, απο των αγαθών και ευπειθών αυτής μελών.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: