«ΜΗΔΕΝ ΝΟΘΟΝ ΔΟΓΜΑ Τῼ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΠΡΟΣΧΗΜΑΤΙ ΠΑΡΑΔΕΧΕΣΘΕ» (4ο ΜΕΡΟΣ)

Περιττά τά δόγματα σήμερα;

Πρώτη φορά στήν ἐποχή μας ἀκούσθηκαν ἀπό κορυφαίους ἐπίσημους ἐκπροσώπους τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας προτάσεις ὅπως «νά ἀφήσουμε τούς θεολογικούς διαλόγους καί νά κάνουμε διάλογο ἀγάπης», διότι «ἡ θεολογία διαιρεῖ, ἐνῶ ἡ ἀγάπη ἑνώνει» ἤ ἐκεῖνο τό βλάσφημο, ὅτι τά δόγματα πρέπει νά τεθοῦν στό θησαυροφυλάκιο τῆς ᾿Εκκλησίας1! Θά θυμηθῶ ἐδῶ τήν ὑπόδειξη τοῦ Παναγιώτη Τρεμπέλα πρός τόν πατριάρχη ᾿Αθηναγόρα· «῾Η θεωρία περί θεολογίας τῆς ἀγάπης εἶναι ὅλως ξένη καί ἄγνωστος πρός τήν ἀποστολικήν διδασκαλίαν καί τήν παράδοσιν τῶν πατέρων, οἵτινες ἠγωνίσθησαν ἀνυποχωρήτως κατά πάσης πλάνης καί ὅταν ἀκόμη αὐτή ἐνεφανίζετο ὑπό μορφήν τοσούτῳ λεπτήν, ὥστε ἡμεῖς οἱ νεώτεροι ἐνίοτε νά δυσκολευώμεθα, παρ᾿ ὅλην τήν ἐπιστήμην μας νά διακρίνωμεν ταύτην»2.
Καί ἡ ἐλάχιστη παρέκκλιση, παραποιεῖ, νοθεύει τό δόγμα, ἀποφαίνεται ὁ ἅγιος Χρυσόστομος.
Παραβάλλει δέ τήν παρέμβαση στό δόγμα μέ τήν νόθευση τῶν νομισμάτων. ῞Οπως ἐκεῖ, ἡ παραμικρή περικοπή καθιστᾶ τό νόμισμα κίβδηλο, ἔτσι καί «ὁ τῆς ὑγιοῦς πίστεως καί τό βραχύτατον ἀνατρέψας, τῷ παντί λυμαίνεται ἐπί τά χείρονα προϊών ἀπό τῆς ἀρχῆς»3.
῎Αν, συνεχίζει ὁ ἅγιος διδάσκαλος, τιμωρήθηκε σκληρά ὁ ᾿Ισραηλίτης πού μάζευε ξύλα τό Σάββατο καταπατώντας τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ (᾿Αρ 15,32-36), «ὁ δόγμα τα φρικτά καί ἀπόρρητα λυμηνάμενος, οὗτος ἀπολογίας τεύξεται καί συγγνώμης; Οὐκ ἔστι ταῦτα, οὐκ ἔστιν· ἀλλά καί αὐτό μέν οὖν τοῦτό ἐστι τό πάντων αἴτιον τῶν κακῶν, τό μή ὑπέρ τῶν μικρῶν τούτων ἀγανακτεῖν»4. Εἶναι σαφής ἡ προειδοποίηση τοῦ Κυρίου˙ «ὅς ἐάν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καί διδάξῃ, οὕτω τούς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν» (Μθ 5,19), ὅπου τό βάρος πέφτει ὄχι τόσο στήν ἀθέτηση ἤ τήν νόθευση τῆς ἐντολῆς τοῦ Κυρίου ὅσο στήν προσπάθεια καθιέρωσης καί διάδοσης αὐτῆς τῆς νοθείας μέ τήν νοθευμένη διδασκαλία. Δέν ἔχουμε δικαίω μα νά διακρίνουμε μεγάλες καί μικρές ἀποκλίσεις ἀπό τήν ἀλήθεια. Καί δέν ἔχουν καθόλου δίκαιο ἐκεῖνοι πού ἰσχυρίζονται ὅτι μέ τόν μέν προτεσταντισμό μᾶς χωρίζουν πολλά, μέ τόν παπισμό ὅμως, μποροῦμε νά τά βροῦμε.
Διότι, λένε, ᾿Ορθοδοξία καί Καθολικισμός (τουτέστιν παπισμός) εἶναι «οἱ δύο πνεύμονες» τῆς χριστιανοσύνης5. Τέτοιες διακηρύξεις ὁδηγοῦν στήν ἀσφυξία τήν χριστιανοσύνη. Δέν συνάδουν μέ τό ὀρθό δοξο δόγμα οὔτε ἐκπροσωποῦν τό ὀρθόδοξο ἦθος.

Οἱ ἐκτός τῆς ᾿Ορθοδοξίας
ἐκτός ἀληθείας

Γιά νά λέμε τά πράγματα μέ τό ὄνομά τους ὄχι μόνο ὁ προτεσταντισμός ἀλλά καί ὁ παπισμός εἶναι αἵρεση, παρ᾿ ὅλα τά καλά χριστιανικά στοιχεῖα πού μπορεῖ νά διαθέτουν καί οἱ δύο, ὅπως καί κάθε ἄλλη αἵρεση. Σαφής εἶναι ἡ καταδικαστική ἀ πόφαση τοῦ ἁγίου Πνεύματος· «ὅστις γάρ ὅλον τόν νόμον τηρήσῃ, πταίσῃ δέ ἐν ἑνί, γέγονε πάντων ἔνοχος» (᾿Ια 2,10).
«Οἱ τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας», γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, «τῆς ἀληθείας εἰσί· καί οἱ μή τῆς ἀληθείας ὄντες οὐ δέ τῆς τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησίας εἰσίν»6. Εἶναι ἐκτός ἀληθείας οἱ ἐκτός τῆς ᾿Ορθοδοξίας. Γι᾿ αὐτό τό ἅγιο Εὐαγγέλιο ἀπαγορεύει κάθε πνευματική σχέση μαζί τους. ῾Ο ἴδιος ὁ Κύριος συνιστᾶ νά φυλαγόμαστε «ἀπό τῶν ψευδοπροφητῶν» (Μθ 7,15), ἐνῶ ὁ ἀπόστολος ᾿Ιωάννης, ὁ μαθητής τῆς ἀγάπης διδάσκει τόν αἱρετικόν «μή λαμβάνετε εἰς οἰκίαν καί χαίρειν αὐτῷ μή λέγετε» (Β´ ᾿Ιω 10). ᾿Ακολου θών τας τήν εὐαγγελική γραμμή οἱ ἱεροί Κανόνες μέ αὐστηρότητα ἀπαγορεύουν τήν συμπροσευχή καί ὁποιαδήποτε ἄλλη λειτουργική κοινωνία μέ τούς αἱρετικούς7.
Σήμερα, ὅπως ἤδη προανέφερα, δέν τίθεται θέμα παραχάραξης ἤ ἀλλοίωσης τῶν ὀρθοδόξων δογμά των. ᾿Επίσημα χείλη μάλιστα μᾶς διαβεβαίωσαν ὅτι «δέν πρόκειται νά ἀλλοιώσουμε οὐδέ εἰς τό ἐλάχιστο τά δόγματά μας». ᾿Αλλά πῶς λησμονοῦμε ὅτι αὐτά τά δόγματα μᾶς ἀπαγορεύουν τήν ἀνάμειξη μέ τούς αἱρετικούς; Εἶναι ἀθέμιτος ὁ συμφυρμός μέ ἑτεροδόξους, ὅπως σαφῶς καί κατ᾿ ἐπανάληψιν δηλώνεται ἀπό τήν ἁγία Γραφή. Θά ἀναφέρω ἐδῶ μόνο τά ἐπιτιμητικά ἐρωτήματα τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Τίς γάρ μετοχή δικαιοσύνῃ καί ἀνομίᾳ; τίς δέ κοινωνία φωτί πρός σκότος; τίς δέ συμφώνησις Χριστῷ πρός Βελίαρ; ἤ τίς μερίς πιστῷ μετά ἀπίστου;» (Β´ Κο 6,14-15). Δέν μπορεῖ νά ὑπάρχει σχέση πνευματική μεταξύ πιστῶν καί ἀπίστων ἤ αἱρετικῶν,
διότι «ἡμεῖς πεφωτισμένοι τῇ ἀληθείᾳ, ἐκεῖνοι δέ ἐσκοτισμένοι τῇ πλάνῃ»8, ἑρμηνεύει ὁ Ζιγαβηνός.
Τό φῶς τοῦ Χριστοῦ φωτίζει μόνον ὅσους παραμένουν στήν ἀλήθειά του. Οἱ αἱρετικοί, ἐφόσον ἀποκόπτονται ἀπό τήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ, βυθίζονται στό σκοτάδι καί οἱ υἱοί τοῦ φωτός δέν μποροῦν νά συμφύρονται μέ αὐτούς. «Κάνει νά ἀνακατέψουμε χρυσό καί μπακίρι;»9, πού ἔλεγε ὁ π. Παΐσιος; ῎Οχι, βέβαια!

Προσοχή στήν παγίδα!

῎Επειτα, τό νά διατηροῦμε τά δόγματά μας συναγελαζόμενοι μέ τούς αἱρετικούς -ὅσο κι ἄν, ἐκ πρώτης ὄψεως, φαίνεται δελεαστικό- εἶναι μία καλοστημένη οἰκουμενιστική παγίδα. Πράγματι,
τί καλύτερο ἀπό τήν ἑνότητα καί τήν ἀγάπη τῶν πάντων, ὅταν μάλιστα δέν παρακωλύεται καί ἡ ἰδιαιτερότητα τοῦ καθενός; ῞Οπως, π.χ., στό ἴδιο τραπέζι, ὁ καθένας τρώει ὅ,τι τοῦ ἐπιτρέπει ἡ ὑγεία του καί τοῦ ὑπαγορεύει ἡ ὄρεξή του -ἄλλος ψητό, ἄλλος τηγανιτό, ἄλλος βραστό-, χωρίς αὐτό νά ψυχραίνει τίς σχέσεις μεταξύ τῶν συνδαιτυμόνων, ἀλλά ὅλοι εἶναι φίλοι καί ἀγαπημένοι, ἔτσι καί στό θέμα τῆς πίστεως· ὁ καθένας διατηρεῖ τίς δικές του θέσεις, χωρίς φανατισμούς καί μισαλλοδοξίες!
Αὐτό ἀκριβῶς εἶναι τό ἐπικίνδυνο, πού ὁδηγεῖ πρός τήν ἐπικράτηση μιᾶς «νέας ἐκκλησίας», ὅπως ἔγραψα παλαιότερα σέ μία σειρά ἄρθρων10. Πρόκειται γιά μία παγκόσμια θρησκευτική συνένωση τῶν πάντων. Προβάλλεται ὡς ἡ πλέον ἐνδεδειγμένη ἀντιμετώπιση τῶν ποικίλων καί σοβαρῶν κινδύ νων, οἱ ὁποῖοι ὡς ἄλλη δαμόκλεια σπάθη ἀπειλοῦν ἀπό στιγμή σέ στιγμή νά καρατομήσουν καί νά ἐξαφανίσουν τόν Χριστιανισμό.
Κατά τήν πρώτη χιλιετία, ἰσχυρίζονται οἱ Οἰκουμενιστές, ἡ ᾿Εκκλησία ἑνωμένη κατέκτησε τόν κόσμο. Κατά τήν δεύτερη, μέ τήν διαίρεση καί διάσπαση ταπεινώθηκε καί συρρικνώθηκε. Στήν τρίτη χιλιετία, ἄν δέν ἑνωθοῦμε, θά καταπωθοῦμε ἀπό τήν ἀθεΐα καί τήν ἀπιστία ἤ θά συντριβοῦμε ἀπό τό συνε χῶς ἐπεκτεινόμενο ἰσλαμικό τόξο.
Δέν ἀμφιβάλλω ὅτι ὅσον ἀφορᾶ στόν κοινωνικό, στόν ἐπιστημονικό καί γενικά στόν ἀνθρώπινο τομέα, π.χ. σέ θέματα βιοηθικῆς ἤ περιβαλλοντικῆς εὐαισθησίας, ὑπάρχει ὄντως κάποια δόση ἀλήθειας καί ὀρθότητος στίς οἰκουμενιστικές προτάσεις. ᾿Ασφαλῶς ὡς ἄνθρωποι «μηδενί μηδέν ὀφείλομεν εἰ μή τό ἀγαπᾶν ἀλλήλους» (βλ. Ρω 13,8). Νά ἀγαποῦμε, νά βοηθοῦμε, νά συνεργαζόμαστε μέ ὅλους, ἀνεπηρέαστοι ἀπό τίς θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. ῎Οχι ὅμως νά ἐπεκτείνουμε αὐτή τήν ἑνότητα καί στόν τομέα τῆς πίστεως, παραθεωρώντας τίς θέσεις τοῦ Εὐαγγελίου καί καταπατώντας τήν γραμμή τῆς Παραδόσεως! Διότι τότε παραφθείρουμε τήν ἀγάπη, τήν ἐκφυλίζουμε σέ πρόσχημα, μάσκα ἀγάπης· τήν καθιστοῦμε μέσο γιά τήν νοθεία τοῦ δόγματος καί τήν καταστρατήγηση τῆς ἀλήθειας. Δυστυχῶς αὐτό μαρτυρεῖ ἡ πείρα ὀρθοδόξων θεολόγων πού ἔλαβαν μέρος σέ διαχριστιανικούς διαλόγους.
Γράφει ἕνας ἀπ᾿ αὐτούς, ὁ ἐκλεκτός συνάδελφος αἰδεσιμολογιώτατος π. Γεώρ γιος Μεταλληνός: «᾿Εδῶ καί δεκαετίες ἡ μέθοδος τῶν ἑτεροδόξων εἶναι· Καλλιέργεια προσωπικῶν σχέσεων καί κλίματος (κοσμικῆς) φιλίας μεταξύ τῶν θεολόγων, μέ ὅλα τά διαθέσιμα μέσα, ἀλλά καί ἡ παροχή οἰκονομικῶν ἐνισχύσεων· (ἀρκετοί μητροπολίτες μας θεωροῦν καύχηση νά ἀναγράφουν στά ῾Ιδρύματά τους τήν εὐγνωμοσύνη τους πρός τό Π.Σ.Ε. ἤ τό Βατικανό, γιά τήν προσφερθεῖσα οἰκονομική βοήθεια). Καί ὅλα αὐτά γιά τήν ἄμβλυνση καί ἀποδυνάμωση κάθε διαθέσεως μαρτυρίας καί ὁμολογίας». ῎Ετσι «ὁ διάλογος νοεῖται ὡς “ἀμοιβαία ἀναγνώριση” καί ὄχι συνάντηση στήν ᾿Αλήθεια, στόν ἕνα Χριστό δηλαδή, ὅπως παραδίδεται στό λόγο καί στήν πολιτεία τῶν ἁγίων μας»11.
῾Η φιλική, «προσχήματι ἀγάπης», διάθεση πρός τόν παπισμό προβάλλεται ἀπό τούς οἰκουμενιστές ὡς διάσωση τοῦ Χριστιανισμοῦ στήν Εὐρώπη. ᾿Αλλά γιά ποιό Χριστιανισμό μιλᾶμε, ὅταν στηρίζουμε τόν παπισμό καί τόν ὀνομάζουμε, ὡς μή ὤ φειλε, «ἀδελφή ἐκκλησία»; ῞Οταν μέ τήν στάση μας ἐπιβεβαιώνουμε τόν τίτλο τοῦ πάπα ὡς «πλανητάρχη»; Δέν ἐπαναλαμβάνουμε ἔτσι τό σφάλμα πού διέπραξαν οἱ ἱεράρχες τοῦ Βυζαντίου, ὅταν στήν σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας τάχθηκαν στό πλευρό τοῦ πάπα; Καί τότε μέν βρέθηκε ἕνας Μᾶρκος Εὐγενικός, γιά νά διακηρύξει ὅτι: «Δέν εἶναι οἱ Λατῖνοι μόνο σχισματικοί, ἀλλά καί αἱρετικοί. Αὐτό τό ἀποσιώπησε ἡ ᾿Εκκλησία μας, διότι εἶναι πολλοί καί ἰσχυρότεροί μας, ἀλλά ἐμεῖς δέν διακόψαμε τίς σχέσεις μαζί τους γιά κάποιον ἄλλο λόγο παρά διότι εἶναι αἱρετικοί. Καί δέν μποροῦμε νά συμφωνήσουμε μαζί τους, ἄν πρῶτα δέν μετανοήσουν καί ὁμολογήσουν τό αὐτό Σύμβολο τῆς πίστεως»12. Σήμερα ὅμως ποιός θά μιλήσει γι᾿ αὐτή τήν ἀνάγκη μετανοίας;

Ὑποσημειώσεις:

1 Βλ. Κ. Μουρατίδου, Οἰκουμενική Κίνησις- ῾Ο σύγχρονος μέγας πειρασμός τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ᾿Αθῆναι 1973, σελ. 59.
2 Παν. Τρεμπέλα,
᾿Επί τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως καί τῶν θεολογικῶν διαλόγων ἡμιεπίσημα ἔγ γραφα, ᾿Αθῆναι 1972, σελ. 19.
3 ᾿Ιω. Χρυσο στόμου,
Εἰς Γαλάτας 1,6· ΡG 61,622· ΕΠΕ 20,194.
4 Αὐτόθι, ΡG 61,623· ΕΠΕ
20,196.
5 Τόν ὅρο εἶχε χρησιμο
ποιήσει ὁ πά πας ᾿Ιωάννης-Παῦλος Β´ σέ ἐγ κύκλιό του πρός τούς Ρωμαιοκαθολικούς μέ θέμα τήν ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν (25/3/1995). Σχολιασμό τῆς ἐγκυκλίου βλ. ᾿Ι. Παναγοπούλου, «Τό Βατικανό καί ἡ ἕνωση τῶν χριστιανικῶν ἐκκλησιῶν», ἐφ. ῾Η Καθημερινή, Κυριακή 30 ᾿Ιου λίου 1995. Πρβλ. ᾿Αρχιμ. Γεωργίου (Καψάνη), ᾿Ορθοδοξία καί Ρωμαιοκαθολικισμός (Παπισμός), ἔκδ. ῾Ι. Μ. ῾Οσί ου Γρηγορίου, ῞Αγιον ῎Ορος 2006, σελ. 33-36. 6 Γρηγορίου Παλαμᾶ, ᾿Aναίρεσις γράμματος ᾿Ιγνατίου ᾿Αντιοχείας, 3· ΕΠΕ 3,608.
7 Βλ. Κανόνες· ΞΕ´ τῶν
ἁγίων ἀπο στόλων, Θ´ καί ΛΓ´ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου. Πηδάλιον, ἐκδ. Ρηγοπούλου, Θεσ/νίκη 1982, σελ. 84. 423. 433.
8 Εὐ. Ζιγαβηνοῦ,
῾Ερμηνεία εἰς τάς ᾿Επιστολάς τοῦ ἀπ. Παύλου καί εἰς τάς Ζ´ Καθολικάς, ἔκδ. Νικηφόρου Καλογερᾶ, τόμ, 1ος, ᾿Αθῆναι 1887, σελ. 429.
9
ὅ.π. σελ. 347-348.
10 Σ. Ν. Σάκκου,
«Πρός νέαν ἐκκλησίαν;», ἐφ. ᾿Ορθόδοξος Τύπος, ἀρ. φύλ. 1673 (19/1/2007) – 1680 (9/3/2007) καί περ. ᾿Απολύτρωσις, ἀρ. φύλ. 733-741 (᾿Ιαν. – Σεπτ. 2007) 4-7. 36-39. 68-71. 100-103. 132-134. 164-166. 196-197. 228-230.
11 π. Γ. Μεταλλη
νοῦ, Οἱ διάλογοι χωρίς προσωπεῖο, σελ. 7. 12 «Οὐ μόνον εἰσίν οἱ Λατῖνοι σχισματικοί, ἀλλά καί αἱρετικοί. Καί τοῦτο παρεσιώπησεν ἡ ἐκκλησία ἡμῶν, διά τό γένος ἐκείνων εἶναι πολύ καί ἰσχυρότερον ἡμῶν. ῾Ημεῖς δέ οὐδέ δι᾿ ἄλλο τι ἐσχίσθημεν αὐτῶν, εἰ μή ὅτι εἰσίν αἱρετικοί. Διό οὐδέ πρέπει ὅλως ἑνωθῆναι αὐτοῖς, εἰ μή ἐκβάλωσι τήν προσθήκην ἀπό τοῦ συμβόλου καί ὁμολογήσωσι τό σύμβολον καθώς καί ἡμεῖς» (J. D. Mansi, Sacrorum Consiliorum nova et amplissima collectio 31Α,885DΕ).

ΠΗΓΗ »ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ» ΑΡ. ΦΥΛ. 1922

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: