Archive for the ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΑ Category

ΔΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (13ο ΜΕΡΟΣ)

Posted in ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΑ on Ιουνίου 2, 2012 by entoytwnika

Σέ πολλά σημεία ή Καινή Διαθήκη βεβαιώνει ότι «εις έστιν ο νομοθέτης» τόσον αυτής, όσον και τής Παλαιάς. ΄Οταν π.χ. ο απόστολος Παύλος λέγη ότι όσα αναφέρει περί των δύο υιών του Αβραάμ έχουν αλληγορική έννοια (βλ. Γαλ. δ’ 21-22, 24), υπογραμμίζει ακριβώς ότι «τά γινόμενα έν τη Παλαιά Διαθήκη» ήσαν τύποι και προεικονίσεις αυτών πού έπηκολούθησαν κατά τήν περίοδο τής χάριτος, στά χρόνια τής Καινής Διαθήκης. «Οπως δηλαδή στην Παλαιά Διαθήκη αναφέρονται δύο γυναίκες — ή «Αγαρ και ή Σάρρα — έτσι και εδώ, στην Καινή Διαθήκη, αναφέρονται δύο Διαθήκες. Άλλα με αυτό αποδεικνύει:

α) Τήν συγγένεια τής Καινής προς τήν Παλαιά, έφ’ όσον αυτά πού αναφέρονται έκεί αποτελούν τύπο και προεικόνισμα των όσων αναφέρονται στην Καινή Διαθήκη. Διότι «ό τύπος τής αληθείας» δέν είναι αντίθετος προς τήν αλήθεια, «άλλά (κάτι τό) συγγενές». Έάν δέ ό Θεός τής Παλαιάς ήταν αντίθετος προς τον Θεόν τής Καινής, τότε δέν επρόκειτο ποτέ νά προδιατυπώση και νά προειδοποιήση με τις δύο γυναίκες «τής Καινής Διαθήκης τήν ύπεροχήν». Έάν δέ και Εκείνος προδιετύπωσε και προεικόνισε, έπρεπε ό άπόστολος Παύλος νά μή παραθεωρήση τον τύπον αυτόν. Έάν οι αιρετικοί ειπούν ότι αυτό τό έκαμε άπό συγκατάβασι προς τήν αδυναμία τών Ιουδαίων, τότε έπρεπε ό Απόστολος νά κάμη και άλλη συγκατάβασι. «Επρεπε, όταν έκήρυττε και προς τους «Ελληνας, νά χρησιμοποιή «τύπους Ελληνικούς», πρότυπα ελληνικά (= ειδωλολατρικά), νά άναφέρη δέ και περιστατικά άπό τήν ιστορία τών Ελλήνων. ‘Αλλά δέν τό έκαμε αυτό· καΐ πολύ σωστά. Διότι «εκείνα (τά ελληνικά πρότυπα) ουδέν κοινόν είχε προς τήν άλήθειαν», ήσαν άπλοί μύθοι, ένώ τά γεγονότα τής Παλαιάς Διαθήκης είναι «χρησμοί και νόμοι· διό και πολλήν συγγένειαν έχει τά παλαιά προς τήν Καινήν Διαθήκην». Τό πρώτο λοιπόν πού αποδεικνύουν οι τύποι τής Παλαιάς Διαθήκης είναι ότι υπάρχει «πολλή συμφωνία τής Καινής προς τήν Παλαιάν».

β) «Οπως τότε οι δύο γυναίκες, ή Σάρρα και ή «Αγαρ, ήσαν γυναϊκες ενός ανδρός, έτσι και τώρα «δύο Διαθήκαι (είναι κτήμα) ενός νομοθέτου». Διότι αν ήταν άλλος ό νομοθέτης τής Καινής και άλλος τής Παλαιάς, τότε θά ήταν περιττό νά παρουσίαση αυτή τήν ιστορία. Επομένως, όταν λέγη ό Απόστολος ότι «αύταί είσι δύο διαθήκαι» (Γαλ. δ’ 24), δέν λέγει τίποτε άλλο παρά ότι και αυτές έχουν ένα νομοθέτη, όπως και οι δύο γυναίκες (ή ΄Αγαρ και ή Σάρρα) είχαν ένα άνδρα, τόν ΄Αβραάμ (ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, ένθ’ άνωτ., 5, 6 ΡG 51, 285-286).

Μέ τήν γνώμη του ιερού Χρυσοστόμου συμφωνούν και άλλοι ιεροί έρμηνευταί, όπως π.χ. ό Οίκουμένιος, ό όποιος γράφει ότι ή Παλαιά Διαθήκη «τήν «Αγαρ έχει τύπον». Επίσης ό Θεοδώρητος Κύρου γράφει: «Οπως στην Παλαιά Διαθήκη «εις μέν πατήρ, δύο δέ μητέρες και δύο παίδες», έτσι και στην Καινή Διαθήκη «εις μέν Θεός, δύο δέ διαθήκαι και δύο λαοί· άλλά τής μέν πρώτης διαθήκης ή ΄Αγαρ είκών, τής δέ δευτέρας ή Σάρρα». Και ή μέν πρώτη, ή Παλαιά, γεννά τέκνα «είς δουλείαν» (Γαλ. δ’ 24), γιά νά εύρίσκωνται κάτω άπό τόν ζυγό του νόμου· «δούλους αποτελούσα (…) τή ζεύγλη του νόμου τόν τράχηλον υπέχοντας», κατά τόν ιερόν Ζιγαβηνόν. Ευρέθησαν δέ οι Ιουδαίοι ώς δούλοι κάτω άπό τόν Μωσαϊκόν νόμον, διότι, όπως ώραία παρατηρεί ό ιερός Χρυσόστομος, λόγω τής κακίας εξέπεσαν τής ευγενείας των και άπεστέρησαν τόν εαυτόν των της ελευθερίας. Γι΄ αυτό και ό Θεός τους έπαίδευσε «ώς δούλους αγνώμονας» μέ διαρκή φόβον, «κολάζων (= τιμωρών μέ) τιμωρίαις και άπειλαίς». Τό γεγονός ότι ό Θεός τους έπαιδαγωγούσε μέ τόσο φόβο και τόση τιμωρία δέν αποτελεί «κατηγορίαν του Θεού» ούτε είναι «έγκλημα του νόμου». Τούτο ώφείλετο στους ιδίους τους Ιουδαίους, πού είχαν αφηνιάσει και άποχαλινωθή καΐ είχαν ανάγκη «σφοδρότερου χαλινού», (ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, ένθ’ άνωτ., 6 ΡG 51, 286) δηλαδή αυστηροτέρων νόμων και περιορισμών.

Αυτή λοιπόν ή ΄Αγαρ, ή δούλη, προτυπώνει τήν Παλαιά Διαθήκη ή τήν έπίγειον Ιερουσαλήμ, στην οποία εδόθη ό νόμος του Σινά. Ένώ ή Σάρρα, ή ελευθέρα, προτυπώνει τήν Έκκλησίαν του Χριστού, τήν θριαμβεύουσαν έν ούρανοίς και στρατευομένην έπί τής γής. Τήν Έκκλησίαν, ή οποία είναι ελευθέρα και μητέρα όλων ημών τών Χριστιανών, όπως γράφει ό απόστολος Παύλος (Γαλ. δ’ 26).

ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ

  1. ΔΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (1ο ΜΕΡΟΣ)
  2. ΔΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (2ο ΜΕΡΟΣ)
  3. ΔΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (3ο ΜΕΡΟΣ)
  4. ΔΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (4ο ΜΕΡΟΣ)
  5. ΔΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (5ο ΜΕΡΟΣ)
  6. ΔΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (6ο ΜΕΡΟΣ)
  7. ΔΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (7ο ΜΕΡΟΣ)
  8. ΔΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (8ο ΜΕΡΟΣ)
  9. ΔΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (9ο ΜΕΡΟΣ)
  10. ΔΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (10ο ΜΕΡΟΣ)
  11. ΔΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (11ο ΜΕΡΟΣ)
  12. ΔΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (12ο ΜΕΡΟΣ)

ΔΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (12ο ΜΕΡΟΣ)

Posted in ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΑ on Ιουνίου 2, 2012 by entoytwnika

Οι αιρετικοί πού αρνούνται τήν Παλαιά Διαθήκη με διάφορα σοφίσματα και παρουσιάζονται ότι δέχονται μόνον τήν Καινή Διαθήκη, ουσιαστικά αρνούνται και καθυβρίζουν όχι όλιγώτερο και τήν Καινή Διαθήκη, παρατηρεί ό ιερός Χρυσόστομος.

1. Πρώτον μεν διότι με τό νά τήν αποκόπτουν τελείως άπό τήν Παλαιά προσβάλλουν και τήν αξιοπιστία της Καινής. Διότι είναι μεγάλη άπόδειξι της αληθείας του περιεχομένου της Καινής τό ότι οι αλήθειες πού περιέχει προεξαγγέλλονται στην Παλαιά διά των προφητειών. ‘Αλλ’ οι αΙρετικοι αρνούνται τις προφητείες και έτσι δέν αντιλαμβάνονται ότι με τήν άρνησί τους αυτή ατιμάζουν τους Αποστόλους περισσότερον άπό τους Προφήτες! Αυτός είναι ό ένας τρόπος με τόν όποιο καθυβρίζουν τήν Καινή Διαθήκη.

2. Ό δεύτερος είναι ότι αποκόπτουν και απορρίπτουν πολλά τμήματα τής Καινής. ‘Αλλ’ ή δύναμι τών αληθειών πού υπάρχουν εις αυτήν είναι τόσο μεγάλη, ώστε και άπό αυτά τά λείψανα πού απομένουν στην Καινή νά αποκαλύπτεται ολοφάνερα ή κακουργία τών αιρετικών. Πραγματικά «τά άποκοπέντα μέλη κράζει και βοά, την πρός τά οικεία μέλη συμφωνίαν έπιζητούντα» (ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, ΡG 51,284-285) . Δηλαδή τά μέλη πού οί αιρετικοί απέκοψαν αυθαιρέτως άπό τήν Καινή Διαθήκη κράζουν δυνατά και βοούν, καθώς αναζητούν τήν συμφωνία με τά ιδικά των μέλη (πού βρίσκονται στην Παλαιά Διαθήκη)!

3. Ό τρίτος λόγος είναι ότι, όταν άπορρίψωμε τό περιεχόμενο τής Καινής Διαθήκης, κλονίζομε τό κύρος και τήν αξιοπιστία τής Παλαιάς Διαθήκης. Λέγει ό Ιερός Χρυσόστομος απευθυνόμενος προς τους Ιουδαίους: Ιουδαίε, αν συμβή νά άπορρίψης τά ιδικά μας (δηλαδή τό περιεχόμενο τής Καινής Διαθήκης), πώς θά άπολογηθής «υπέρ τής Παλαιάς»; Κι αν κάποιος σε ερώτηση· «άπό που συμπεραίνεις ότι είναι αληθινά όσα γράφει ό Μωϋσής, τί θά απάντήσης;» Θά απάντησης· «ότι έπιστεύσαμεν εις αυτά». Λοιπόν, πολύ περισσότερον είναι αληθινά και τά ίδικά μας. Διότι και εμείς (οι Χριστιαοί) έπιστεύσαμεν είς αυτά. Και σεις μέν οί Ιουδαίοι είσθε «εν έθνος», ένώ «ήμείς (οί Χριστιανοί) πάσα ή οικουμένη». Και σας δέν σας έπεισε τόσο ό Μωϋσής, όσο έπεισε εμάς ό Χριστός. Και τά μέν ίδικά σας έπαυσαν πλέον νά ισχύουν, ένώ τά ιδικά μας συνεχίζουν νά μένουν άπαρασάλευτα.

Μήπως όμως (θά τού απάντησης. Ιουδαίε, ότι είναι αληθινά τά ίδικά σας) άπό τις προφητείες; ‘Αλλά τά ίδικά μας είναι περισσότερα. Έάν λοιπόν άρνηθής τά ίδικά μας (τό περιεχόμενο τής Καινής Διαθήκης), συσκοτίζεις και τά ίδικά σας. Μήπως όμως άπό τά θαύματα; Σεις όμως δέν έχετε (τώρα) νά δείξετε κανένα θαύμα τού Μωϋσέως· διότι έγιναν και πέρασαν. Έμείς όμως έχομε νά δείξωμε «πολλά και διάφορα», τά όποια ακόμη και σήμερα γίνονται, και τις «προρρήσεις» πού λάμπουν περισσότερον άπό τόν ήλιο. Μήπως όμως (θά απάντησης ότι είναι αληθινά τά ίδικά σας) άπό τους νόμους και τίς διατάξεις; ‘Αλλά τά ίδικά μας (ή διδασκαλία τού Ευαγγελίου) είναι «φιλοσοφώτερα» (= βαθύτερα και ανώτερα σέ γνώσι και αρετή). «Αλλά τί (= τί άλλο επιχείρημα έχεις);» Μήπως τό ότι εξήλθατε άπό τήν Αίγυπτο, ένώ σας εμπόδιζαν οί Αιγύπτιοι; Δέν είναι όμως τό ίδιο νά υπερίσχυση κανείς, ένω πολεμείται άπό τήν οικουμένη (όπως υπερισχύσαμε οί Χριστιανοί πολέμούμενοι άπό όλο τόν ειδωλολατρικό κόσμο), και τό νά νικήση μόνον τους Αιγυπτίους. Αυτά τά λέγω, συνεχίζει ό θεοφώτιστος Χρυσόστομος, όχι γιά νά προκαλέσω διαμάχη και πόλεμο μεταξύ τής Παλαιάς και τής Καινής Διαθήκης· μακριά άπό τέτοια σκέψι· άλλά επειδή θέλω νά άποστομώσω τήν άγνωμοσύνη τών Ιουδαίων. Διότι και εκείνα και αυτά εδόθησαν και έγιναν άπό τόν Θεόν. Θέλω όμως νά δείξω τούτο· ότι δηλαδή ό Ίουδαΐος, αφού απέρριψε τις προφητείες περί τού Χριστού, καταστρέφει τό μεγαλύτερο μέρος τών προφητειών και δέν θά μπορούσε νά προβάλη και νά απόδειξη μέ καθαρότητα «την εύγένειαν τής Παλαιάς» Διαθήκης, έάν δέν παραδεχθή τήν Καινή (ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Είς Ψαλ. ρθ’ [109] 2 ΡG 55, 266-267).

4. Ό τέταρτος λόγος είναι ότι, έάν άπορρίψωμε τόν νόμο τής Παλαιάς Διαθήκης, δέν μπορούμε νά γνωρίσωμε τόν Χριστόν. Τήν θέσι αυτή υποστηρίζει ό Τίτος, επίσκοπος Βόστρων, πού έζησε τό 2ο ήμισυ τού Δ’ αιώνος. Ό Επίσκοπος αυτός, πού έγραψε τέσσερα βιβλία κατά τών αιρετικών Μανιχαίων, οί όποιοι απέρριπταν τήν Παλαιά Διαθήκη και έδέχοντο μόνον τήν Καινή, παρατηρεί:

Οί Μανιχαίοι έχουν διαβάλει όλη την Παλαιά Διαθήκη, νομίζοντας ότι τιμούν τά Ευαγγέλια. Έάν όμως έτιμούσαν τά Ευαγγέλια, δέν θά έπρεπε νά αφαιρούν ή νά προσθέτουν είς αυτά. Εάν πράγματι έγνώριζαν τό Ευαγγέλιο, δέν θά αγνοούσαν τόν Νόμο τής Παλαιάς Διαθήκης. Έάν πάλι αγνοούν τόν Νόμο, πώς παραδέχονται τόν Ίησούν; Διότι «δίχα νόμου Ίησούς ού παραλαμβάνεται»· διότι εκείνος πού ποθεί «τό τέλος τήν αρχήν περιεργάζεται»· αυτός δε πού καταφρονεί τήν αρχή «κενοπαθεί» (= έχει αισθήματα μάταια, πού δέν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα), φλυαρεί καί άερολογεί, καί δέν φθάνει ποτέ στό τέλος. Έάν δέ «τέλος νόμου Χριστός» (Ρωμ. ι’ [10] 4), έάν δηλαδή ό Χριστός έδωκε τέλος στην αποστολή και τήν ισχύ τού Νόμου, τότε οί αιρετικοί ματαιοπονούν, διότι, ένώ είναι «νόμου φυγάδες», παρουσιάζονται ότι γνωρίζουν τόν Ίησούν. Έάν (όμως) δέν όμιλήση ό νόμος τής Παλαιάς Διαθήκης, ό Κύριος δέν γνωρίζεται μέ ακρίβεια· «ή γάρ σιωπή του νόμου, άγνοια του κηρύττομένου- ή δέ του νόμου μάθησις έπίγνωσις του προκαταγγελλομένου» (= είναι ακριβής γνώσι αυτού ό όποίος προαναγγέλλεται). Διότι, έάν ήκουαν τά όσα λέγει ό Μωϋσής, θά έπίστευαν σ’ αυτόν πού ήλθε (τόν Χριστόν) (ΤΙΤΟΥ Βόστρων, Κατά Μανιχαίων, Γ’, Ι, II ΒΕΠΕΣ 19, 83 (6-13, 28-38).

Καί συνεχίζει ό πολέμιος τών αιρετικών Μανιχαίων Τίτος, έπίσκοπος Βόστρων: «’Έχουσι Μωσέα και τους προφήτας» (Λουκ. ις’ [16] 29) (…). Ό Ιησούς χωρίς τή συνάντησι καί συνομιλία μέ τόν Μωϋσή καί τόν Ήλίαν, δέν ηθέλησε νά παρουσιασθή καί σ’ αυτούς τους Αποστόλους. Καί ένώ μπορούσε νά έχη τήν μαρτυρία και τήν βεβαίωσι τού ουρανίου Πατρός του, δέν έπεριφρόνησε τήν συνάντησι και συνομιλία μέ τους άγίους. ‘Αλλά θέλοντας νά προσφέρη στά βλέμαατα τών Αποστόλων «πίστιν άκριβεστάτην», όταν άνέβη στό όρος και μετεμορφώνετο ενώπιόν των, «έδείκνυε Μωϋσέα και Ήλίαν», ώστε ή συνάντησις και συνομιλία νά άποτελέση μαρτυρία τής άγιότητος τών δύο αυτών προσώπων· ώστε εκείνος πού δέχεται τόν Ιησούν νά «μή άτιμάση» αυτούς πού ευρίσκονται μαζί του, και περιφρονώντας «τους δορυφόρους και ύπηρέτας» (δηλαδή τόν Μωϋσήν καί τόν Ήλίαν) φανή ότι ατιμάζει τόν βασιλέα Χριστόν (…). Εάν δέ ό ευαγγελιστής Μάρκος λέγη· «Αρχή του ευαγγελίου Ίησού Χριστοϋ, υίού του Θεού. Ώς γέγραπται έν τοίς προφήταις» (Μάρκ. α’ 1) (εννοεί τόν προφήτην Μαλαχίαν καί τόν προφήτην Ήσαίαν), ό δέ Ματθαίος «Βίβλος γενέσεως Ίησού Χριστού, υίού Δαυίδ, υίού Αβραάμ» (Ματθ. α’ 1), «καί ό μέν προπάτορα τής κατά σάρκα γεννήσεως οίδε (= γνωρίζει) τόν Αβραάμ, καί τιμά τόν Δαυίδ· ό δέ συνάπτει τό Εύαγγέλιον τω (Μωσαικώ) νόμω· καί του Ευαγγελίου αρχήν τόν νόμον νενόηκεν· (τότε) αληθεύει (= επαληθεύεται) ό Σωτήρ λέγων «ό άθετών υμάς έμέ άθετεί» (Λουκ. ι’ [10] 16)», εκείνος πού παρακούει είς σάς παρακούει είς έμέ. Διότι ή περιφρόνησι δέν άφορά μόνο στόν Μωσαϊκό νόμο, «άλλ’ έπ΄ αυτόν αναβαίνει τόν Σωτήρα». ΚαΙ οί μέν Ιουδαίοι ας ακούσουν τόν Κύριον, ό Όποίος τους είπε: Έάν έπιστεύατε στόν Μωϋσήν, θά έπιστεύατε καί είς έμέ· διότι περί εμού εκείνος έγραψε προφητικώς σέ πολλά μέρη τών συγγραμμάτων του (Ίω. ε’ 46). Οί άρνηταί τής Παλαιάς Διαθήκης Μανιχαίοι ας ακούσουν: Έάν έπιστεύατε στό Ευαγγέλιο (στην Καινή Διαθήκη), θά έπιστεύατε στόν (Μωσαϊκό) Νόμο· διότι «περί του νόμου τό Εύαγγέλιον γέγραφε». ΚαΙ προτρέπει ό επίσκοπος Τίτος: «Θαυμάσωμεν τόν νόμον, καί Θεού νόμον όμολογήσωμεν· καί Πατρός όμιλίαν φήσωμεν (…). Καθαρός μέν ό νόμος και άγιος, καί Θεού νόμος, ο Παύλος βοά· ώστε «ό μέν νόμος άγιος, καί ή εντολή αγία, καί δικαία, και αγαθή» (Ρωμ. ζ 12)’ και οίδαμεν γαρ οτι ο νομός πνευματικός έστιν» (Ρωμ. ζ 14) (…). Πνευματικός δέ ών ό νόμος, τήν προς Θεόν όμιλίαν παρασκευάζει» (ΤΙΤΟΥ Βόστρων, ένθ’ άνωτ., II, IV, VIII ΒΕΠΕΣ 19, 84 (3-10), 85 (1-14), 91 (7-15, 20-21).

ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ

  1. ΔΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (1ο ΜΕΡΟΣ)
  2. ΔΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (2ο ΜΕΡΟΣ)
  3. ΔΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (3ο ΜΕΡΟΣ)
  4. ΔΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (4ο ΜΕΡΟΣ)
  5. ΔΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (5ο ΜΕΡΟΣ)
  6. ΔΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (6ο ΜΕΡΟΣ)
  7. ΔΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (7ο ΜΕΡΟΣ)
  8. ΔΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (8ο ΜΕΡΟΣ)
  9. ΔΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (9ο ΜΕΡΟΣ)
  10. ΔΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (10ο ΜΕΡΟΣ)
  11. ΔΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (11ο ΜΕΡΟΣ)

ΔΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (11ο ΜΕΡΟΣ)

Posted in ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΑ on Απρίλιος 29, 2012 by entoytwnika

Στην Καινή Διαθήκη αναφέρονται περίπου 600 χωρία της Παλαιάς Διαθήκης, είτε κατά γράμμα είτε καθ΄ ύπαινιγμόν, αρκετά σαφή. Τούτο βεβαιώνει ότι Παλαιά καΙ Καινή Διαθήκη αποτελούν αχώριστο, ενιαίο, αδιαίρετο καί ζωντανό σύνολο.

Ό Κύριος ‘Ιησούς εξ άλλου επικαλείται συχνά αυτούσια χωρία της Παλαιάς Διαθήκης, στά όποια παραπέμπει· ή προφητείες, άμεσες ή έμμεσες, ή πρόσωπα, ή γεγονότα, ή «τύπους» της Παλαιάς Διαθήκης (βλ. Ματθ. kς΄ [26] 54, ΜάρΚ. ιδ’ [14] 49, Ματθ. ιβ’ [12] 39, κδ’ [24] 38). Τούτο είναι χαρακτηριστικό στή ζωντανή άφήγησι περί των πειρασμών τού Κυρίου, όπως μας την ιστορούν οι τρείς συνοπτικοί εύαγγελισταί, Ματθαίος, Μάρκος και Λουκάς (βλ. Ματθ. δ’ 111, Μάρκ. α’ 12, Λουκ. δ’ 1-13). Ό Κύριος μετά το βάπτισμά του στον ‘Ιορδάνη απεσύρθη στην έρημο καί, αφού ένήστευσε έπΙ σαράντα ήμερες, εδέχθη τήν έπίθεσι και τόν τριπλό πειρασμό τού διαβόλου. Ό μισόθεος και πάγκακος διάβολος, προκειμένου να παραπείση τόν Κύριο, έχρησιμοποίησε σκοπίμως, εκτός των άλλων, και κολοβωμένο χωρίο της Παλαιάς Διαθήκης. ‘Αλλ’ ό Κύριος τόν απέκρουσε διά της ‘Αγίας Γραφής. Τού αντέταξε και στις τρείς φορές χωρία της Παλαιάς Διαθήκης: στην πρώτη τό Δευτ. η’ 3· στή δεύτερη τό Δευτ. ς΄ 13″ και στην τρίτη τό Δευτ. ς’ 16.

Χαρακτηριστικά της σημασίας πού απέδιδε ό Κύριος στην Παλαιά Διαθήκη είναι και τά λόγια τά όποια ό ίδιος έθεσε στην ωραιότατη παραβολή «τοϋ πλουσίου και του πτωχού Λαζάρου» στά χείλη τού Αβραάμ. Ό πατριάρχης ‘Αβραάμ, άντι νά πέμψη τόν Λάζαρο πίσω στή γη, στους αδελφούς τού πλουσίου, γιά νά τους διδάξη καταλλήλως ώστε νά αποφύγουν τά δεινά των άσεβων στή μέλλουσα ζωή, απαντά στον πλούσιο: Δέν είναι απαραίτητο· διότι «έχουσι Μωϋσέα και τούς προφήτας» (δηλαδή τόν Μωσαϊκό νόμο καΐ τήν διδασκαλία των Προφητών), οι όποιοι τούς βεβαιώνουν γι’ αυτά· «άκουσάτωσαν αυτών»· άς ακούσουν λοιπόν εκείνους! (Λουκ. ις΄ [16] 29).

Όταν ό Κύριος Ίησούς Χριστός αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη, τήν ονομάζει «γραφήν» («γραφάς»). Δηλαδή τήν θεωρεί ώς τό βιβλίο στό οποίο έχει καταγραφή τό θέλημα τού Θεού και τό πάνσοφο σχέδιό του γιά τήν σωτηρία τού κόσμου. «Οταν δέ έπικαλήται χωρία της Παλαιάς Διαθήκης, συνήθως συνοδεύει τήν έπίκλησι μέ τό ρήμα «πληρώ» (= έκπληρώ, επαληθεύω) (βλ. Ματθ. κς’ [26] 54, Μάρκ. ιδ'[14] 49).

Βεβαίως ή παραπομπή εις «τάς γραφάς» υπονοεί σαφώς την Παλαιά Διαθήκη. Στην συνέχεια της ανωτέρω βαρυσήμαντου προτροπής του «καθορίζει και περαιτέρω τήν χριστολογικήν κατανόησιν της Παλαιάς Διαθήκης, άλλα και τόν ρόλον της και μάλιστα και τήν στενήν, εις άδιάσπαστον ενότητα, σχέσιν της προς τήν Καινήν Διαθήκην, διακηρύσσων» προς τούς ‘Ιουδαίους, οι όποίοι άπιστούσαν στό κήρυγμα του τά εξής: Μή φαντάζεσθε ότι εγώ θά σας κατηγορήσω στον Πατέρα. ‘Υπάρχει άλλος πού σας κατηγορεί, ό Μωϋσής, στον όποιον σεις έχετε στηρίξει τις ελπίδες σας. Ό Μωϋσής είναι κατήγορός σας, διότι ούτε στους λόγους εκείνου πιστευετε. Διότι αν έπιστεύατε στον Μωυση, θα έπιστεύατε και εις έμέ· επειδή περί εμού έγραψε εκείνος προφητικώς, και σε πολλά μέρη των συγγραμμάτων του (Γένεσις, «Εξοδος, Λευϊτικόν, ‘Αριθμοί, Δευτερονόμιον), είτε μέ τύπους και εικόνες είτε μέ σαφείς προρρήσεις, προλέγεται ή έλευσί μου στον κόσμο. ‘Εάν δέ δέν πιστεύετε σέ όσα έγραψε εκείνος, τόν όποιον τόσο πολύ εκτιμάτε και σέβεσθε, πώς θά πιστεύσετε είς έμέ και τά ιδικά μου λόγια, τόν όποίον γιά πρώτη φορά βλέπετε και άκούετε; (Ίω. ε’ 45-47).

Ό Κύριος δηλαδή έλεγε στους ‘Ιουδαίους: Καυχάσθε γιά τόν Μωϋσή· στηρίζεσθε μέ πεποίθησι στό όνομά του. Δέν άποδέχεσθε όμως τήν διδασκαλία του! Δέν κατανοείτε ορθώς όσα έχει γράψει περί εμού τού Μεσσίου στά συγγράμματά του, όπου δέν υπάρχει μέρος στό οποίον νά μή σκιαγραφούμαι. «’Εγώ εν τοις εκείνου σκιαγραφοϋμαι βιβλίοις», ερμηνεύει ό θείος Κύριλλος ‘Αλεξανδρείας. Ό Μωϋσης λοιπόν θά σάς κατηγορήση στον Πατέρα, διότι «πρό έμού έκείνός έστιν ό υβρισμένος έν τοις εις έμέ. Μωϋσεί γάρ μάλλον ήπιστήσατε ή έμοί» (ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Είς Ίωάννην, Όμ. 41, 2 PG 59, 236)· πρίν απο εμέ εκείνος είναι που έχει υποστή την προσβολή και τήν περιφρόνησι μέ όσα λέγετε και πράττετε είς βάρος μου· διότι στον Μωϋσή μάλλον έδείξατε απιστία παρά είς έμέ.

Έξ άλλου, όταν ένας ‘Ιουδαίος Γραμματεύς (νομικός) έθεσε στον Κύριο τό κρίσιμο και διερευνητικό ερώτημα, ποιά θεωρεί ό ΄Ιδιος «ώς πρώτην και μεγάλην έντολήν», ο Κύριος προσέφυγε αμέσως στην Παλαιά Διαθήκη. ‘Από αυτήν δέ επέλεξε ώς άπάντησί του αυτό τό όποιο «συνιστά τήν κορωνίδα της ηθικής διδασκαλίας» της· ό,τι «αποτελεί, συγχρόνως, τό απαύγασμα της πνευματικής προσωποκρατικής θρησκείας της», άλλα και αυτό τό όποίον είναι συνάμα «τό κέντρον της υπέροχου καινής «διδαχής» του, το ευγενές βαθύτερον νόημα του Χριστιανισμού και ή συνισταμένη του». ‘Επέλεξε ώς άπάντησι τά χωρία Δευτ. ζ’ 4-5 καΐ Λευϊτ. ιθ’ [19] 18. «Ή αφοπλιστική εύθύτης, σαφήνεια και πληρότης τής επίσης καιρίας απαντήσεως του ‘Ιησού Χριστού, διαλύουσα πάσαν άμφιβολίαν και παραμερίζουσα διά μιας τήν προηγουμένως εμφανή επιφυλακτικότητα του Γραμματέως, ικανοποιεί αυτόν απολύτως και μάλιστα τόν οδηγεί είς τό νά σπεύση αυθορμήτως νά ύπερθεματίση, άλλά και του προξενεί ιερόν δέος» (NIK. Π. ΜΠΡΑΤΣΙΩΤΟΥ, ένθ’ άνωτ., σελ. 23). Ή θαυμασία στιχομυθία τού Κυρίου μέ τόν ‘Ιουδαίο Γραμματέα ιστορείται και άπό τούς τρεις συνοπτικούς Εύαγγελιστάς, τόν Ματθαίον (κβ’ [22] 34-40), Μάρκον (ιβ’ [12] 28-34) καί Λουκάν (ι’ [10] 25-28). ‘Αξίζει νά τήν απόλαυση ό αναγνώστης, όπως τήν παραθέτει ό ευαγγελιστής Μάρκος. Μετά τήν ωραία αυτή συζήτησι τού Κυρίου μέ τόν ‘Ιουδαίο νομικό, ακολούθησε ή θαυμασία παραβολή τού Κάλου Σαμαρείτου (Λουκ. ι’ [10 29-37).

‘Επίσης ό Κύριος αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη γιά νά βεβαιώση τήν θεία του άποστολή και για νά υποστήριξη τήν διδασκαλία του.

Τοιουτοτρόπως στούς Φαρισαίους, οί όποίοι, όταν τούς ερώτησε τί ιδέα έχουν περί τού Μεσσίου, τού απήντησαν ότι «είναι απόγονος του Δαβίδ», είπε: «Πως λοιπόν ό Δαβίδ, εμπνεόμενος άπό τό «Αγιον Πνεύμα, τόν αποκαλεί Κύριον, λέγων » Ειπεν ό Κύριος τω Κυρίω μου, κάθου έκ δεξιών μου έως άν θώ τούς εχθρούς σου ύποπόδιον τών ποδών σου;»» (Ματθ. κβ’ [22] 42-44· πρβλ. Ψαλ. ρθ΄ [109j 1). Διότι «ο Χριστός ώς ΄Υψιστος άρχιερεύς» είχε προαναγγελθή ήδη στην Παλαιά Διαθήκη, στην οποία «αυτός ό Θεός Πατήρ διά στόματος τού Δαβίδ προσφωνεί τόν Μεσσίαν »ιερέα κατά τήν τάξιν Μελχισεδέκ»». Ότι δέ οι λόγοι αυτοί αναφέρονται στον Μεσσίαν, τό επιβεβαιώνει μέν ό ίδιος ό Κύριος, ό όποιος εφαρμόζει στον εαυτό του τό «Είπεν ο Κύριος τω Κυρίω μου· κάθου έκ δεξιών μου…» (Ψαλ. ρθ’ [109] 1), «συνεπιμαρτυρεί δέ καί ό Ησαΐας παρουσιάζων τον παίδα του Θεού Μεσσίαν πάσχοντα και «φέροντα τάς αμαρτίας ημών και περί ημών όδυνώμενον και τραυματιζόμενον διά τάς αμαρτίας ημών» (Ψαλ. ρθ’ [109] 4, Ματθ. κβ’ [22] 44, Μάρκ. ιβ’ [12] 36, Λουκ. κ’ [20] 42, Ήσ. νγ’ [53] 47)». Τά ϊδια όμως επιβεβαιώνει καΐ ή προς ‘Εβραίους επιστολή, ή οποία αναπτύσσει μέ πολλή λεπτομέρεια τήν βαθύτερη έννοια τής θείας αυτής προσφωνήσεως προς τόν Χριστόν.

Επίσης ό Κύριος είπε στους ‘Ιουδαίους: «’Ερευνάτε τάς Γραφάς (…) έκείναι είσιν αί μαρτυρούσαι περί έμού» (Ίω. ε’ 39). Εις δέ τήν συναγωγή τής Ναζαρέτ είπε πάλι προς τούς άκροατάς του: «Σήμερov πεπλήρωται ή γραφή αύτη (Πνεύμα Κυρίου έπ’ έμέ, ού είνεκεν έχρισε με, εύαγγελίσασθαι πτωχοίς άπέσταλκέ με…) έν τοις ώσίν υμών» (Λουκ. δ’ 21). ‘Επίσης μέ τούς δύο μαθητάς του πού έπορεύοντο προς ‘Εμμαούς άνοιξε διάλογο, στον όποίο, αφού άρχισε άπό τις προφητείες και τις προεικονίσεις που περιέχονται στα συγγραμματα τού Μωϋσή, στή συνέχεια άπαριθμοϋσε τά αναφερόμενα στον Μεσσία άπό όλους τούς Προφήτες χωρία και εξηγούσε είς αυτούς τις προφητείες πού άνεφέροντο στό πρόσωπό του (βλ. Λουκ. κδ’ [24] 27).

‘Αλλά καΐ στΙς αποχαιρετιστήριες οδηγίες προς τούς μαθητάς του μετά τήν Άνάστασι ό Κύριος τούς έτόνισε: Αυτά τά γεγονότα πού βλέπετε και σάς προκαλούν τόν θαυμασμό (τό ότι δηλαδή ανεστήθην) είναι πραγματοποίησι τών λόγων πού σάς είπα προφητικώς, όταν ακόμη ήμουν μαζί σας, πρΙν σταυρωθώ. Σάς έλεγα ότι σύμφωνα προς τό καθωρισμένο σχέδιο τού Θεού πρέπει νά πληρωθούν καί νά πραγματοποιηθούν όλα όσα έχουν γραφή περί εμού στον νόμο τού Μωϋσέως καΐ ατούς Προφήτες και στους Ψαλμούς (Λουκ. κδ’ [24] 44). Μέ τά λόγια αυτά ό Κύριος αναφέρεται όχι μόνον στίς ρητές προφητείες περί τού προσώπου τού Μεσσίου, «άλλ’ είς όλην τήν θυτήριον και τελετουργικήν οίκονομίαν τής Παλαιάς Διαθήκης», ή οποία στην προς ‘Εβραίους έπιστολήν «εξηγείται ώς προτύπουσα την μόνην και αίωνίαν θυσίαν, τήν οποίαν θά προσέφερεν ό μέγας άρχιερεύς και υιός του Θεού».

Έξ άλλου στην καταστατική επί τού «Ορους όμιλία είπε στους άκροατάς του: ‘Ακούσατε ότι ελέχθη άπό τόν Θεόν στους αρχαίους· δέν θά φονεύσης (…). Έγώ όμως σάς λέγω… (Ματθ. ε’ 21-22).

‘Ορθώς λοιπόν παρατηρούν όσοι ασχολούνται μέ τήν Παλαιά Διαθήκη ότι: «Πάν ό,τι απέβη» ή Παλαιά Διαθήκη «και διά τήν Έκκλησίαν, οφείλεται προεχόντως είς τόν Ίησούν Χριστόν, άπό τόν όποίον άρύεται (ή Π. Διαθήκη) τήν έπικύρωσιν τής άφθίτου αυθεντίας της, άντλεί τό άναντικατάστατον καί, διά τούς έχομένους τής ορθής πίστεως, όντως άδιαφιλονίκητον, οπωσδήποτε δέ άπαραίτητον τής παρουσίας της εις τήν όλην ζωήν της ‘Εκκλησίας του, τήν άνάδείξίν της είς θέσιν περίοπτον, έπιβλητικήν και αυτόχρημα μοναδικήν, ώς ή, μέχρι τής εμφανίσεως τής Καινής Διαθήκης, «Γραφή» τής ‘Εκκλησίας Του». Ό Κύριος επίσης «άπαξ διά παντός καθώρισε τήν είς ένιαίαν Άγίαν Γραφήν άδιάσπαστον ενότητα τής Παλαιάς Διαθήκης και του Ευαγγελίου του (…) διαγράψας τας γενικάς γραμμάς τής είδικωτέρας σχέσεώς των και του ρόλου» μιας εκάστης άπό αυτές, «ώστε ή μέν Παλαιά νά συνιστά τήν θεμελιώδη προύπόθεσιν τής Καινής, αύτη δέ (= ή Καινή) νά άποτελή όχι μόνον τήν συμπληρωσίν της, άλλα και τήν κλείδα τής αυθεντικής κατανοήσεως της» (ΝΙΚ. π. ΜΠΡΑΤΣΙΩΤΟΥ, ένθ’ άνωτ., σελ. 21-22).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

ΠΑΤΗΣΤΕ ΔΙΑ ΤΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ



  1. ΔΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (1ο ΜΕΡΟΣ)
  2. ΔΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (2ο ΜΕΡΟΣ)
  3. ΔΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (3ο ΜΕΡΟΣ)
  4. ΔΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (4ο ΜΕΡΟΣ)
  5. ΔΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (5ο ΜΕΡΟΣ)
  6. ΔΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (6ο ΜΕΡΟΣ)
  7. ΔΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (7ο ΜΕΡΟΣ)
  8. ΔΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (8ο ΜΕΡΟΣ)
  9. ΔΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (9ο ΜΕΡΟΣ)
  10. ΔΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (10ο ΜΕΡΟΣ)

Απλές σκέψεις εκκλησιολογικής συνέπειας … Αν ο Παπισμός ανήκει στην Εκκλησία του Χριστού, τότε … – π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος

Posted in ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΑ on Απρίλιος 3, 2012 by entoytwnika

Απλές σκέψεις εκκλησιολογικής συνέπειας …
Αν ο Παπισμός ανήκει στην Εκκλησία του Χριστού, τότε …


Υποστηρίζεται στο χώρο της Οικουμενικής Κινήσεως ότι ο Παπισμός ανήκει στην Εκκλησία του Χριστού, ότι είναι μία από τις Τοπικές Εκκλησίες που όλες μαζί συγκροτούν την Εκκλησία, τη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, το Σώμα του Χριστού. Συνέπεια της αντιλήψεως αυτής είναι η πεποίθηση ότι ο Πάπας έχει πλήρη ιεροσύνη με αδιάκοπη Αποστολική Διαδοχή, είναι κανονικός Επίσκοπος, διάδοχος του Απ. Πέτρου και τελεί απολύτως έγκυρα μυστήρια που προσφέρουν την αυτή σώζουσα Θ. Χάρη που παρέχεται και δια των Μυστηρίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Καρπός της αντιλήψεως αυτής είναι η περί «αδελφών Εκκλησιών» συζήτηση και η απόφαση της Ζ΄ Συνελεύσεως της Ολομελείας της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου Ορθοδόξων και Ρ/Καθολικών στο Balamand την 17-24.6.1993, γνωστή ως ‘συμφωνία Balamand’ : «Εκατέρωθεν αναγνωρίζεται ότι όσα ενεπιστεύθη ο Χριστός εις την Εκκλησίαν του – ομολογία της αποστολικής πίστεως, μετοχή εις τα αυτά μυστήρια, κυρίως εις την μίαν ιερωσύνην την τελούσαν την μίαν θυσίαν του Χριστού, αποστολική διαδοχή των επισκόπων – δεν δύνανται να θεωρηθούν ως αποκλειστική ιδιοκτησία μιας των ημετέρων Εκκλησιών. Είναι σαφές ότι εντός του πλαισίου τούτου αποκλείεται πας αναβαπτισμός».
Τι σημαίνει όμως «εκκλησία» ; Η λέξη είναι εξαιρετικά πολυσήμαντη. Αρχικά αναφερόταν στην απλή λαϊκή συνέλευση (πχ. «εκκλησία του δήμου»). Αργότερα περιορίστηκε και σήμερα χρησιμοποιείται αποκλειστικά σε θρησκευτικά πλαίσια προσδιορίζοντας κάποιες κοινότητες χριστιανικές (πχ. προτεσταντικές εκκλησίες) ή ακόμα και μη χριστιανικές (εκκλησία των Μορμόνων), ή τέλος και κοινότητες που χρησιμοποιούν τη θρησκευτικότητα ως προσωπείο (πχ. εκκλησία της Σαϋεντολογίας, εκκλησία των Μαρτύρων του Ιεχωβά). Επίσης, υπό τον όρο «εκκλησία» πολλές φορές εννοείται ο κλήρος, ή το σύνολο των θεσμών που ανήκουν στην εκκλησιαστική ζωή, ή ακόμα και οι ίδιες οι ακολουθίες.
Όμως στην αμιγώς θεολογική γλώσσα, στην Ορθόδοξη εκκλησιολογία, με τον όρο «Εκκλησία» προσδιορίζεται αποκλειστικά και μόνο το ίδιο το Σώμα του Σαρκωθέντος Θεού Λόγου, η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού. Ακριβώς την ίδια σημασία έχει η λέξη Εκκλησία όταν συνοδεύεται από το επίθετο ‘Τοπική’, για να προσδιορίσει την σε συγκεκριμένο τόπο φανέρωση της Μίας Εκκλησίας του Χριστού. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε την πλήρη και ουσιαστική ταύτιση της Τοπικής με την Καθολική Εκκλησία και ό,τι ισχύει για το μέρος (την Τοπική Εκκλησία), ισχύει και για το καθ’ όλον («την κατά την οικουμένην Εκκλησίαν») και το αντίστροφο.
Συνεπώς, όταν χρησιμοποιείται ο όρος «Εκκλησία» είναι απαραίτητο να διευκρινίζουμε με ποια έννοια. Σε μία συζήτηση όπου προσεγγίζουμε γεγονότα από ιστορικής, νομικής, κοινωνιολογικής κοκ πλευράς γίνεται ασφαλώς και η ανάλογη χρήση του όρου «εκκλησία», οπότε αναφερόμαστε σε απλή θρησκευτική κοινότητα ή θρησκευτική συνάθροιση, η οποία πόρρω απέχει από την αυστηρή θεολογική της έννοια. Υπό αυτή την έννοια έχουμε εκατοντάδες εκκλησίες, που καλύπτουν ένα μεγάλο τμήμα της θρησκευτικής έκφρασης και οργάνωσης σε παγκόσμιο επίπεδο. Σε αυτή την περίπτωση είναι προφανές ότι δεν υπάρχει κανένα κριτήριο για το χαρακτηρισμό μιας κοινότητος ως ‘εκκλησία’, αλλά προέχει ο αυτοπροσδιορισμός της : η κάθε κοινότητα, ή ομάδα είναι ‘εκκλησία’, επειδή έτσι θέλει και αυτοχαρακτηρίζεται.
Τα πράγματα όμως είναι εντελώς διαφορετικά όταν αναφερόμαστε στον όρο «Εκκλησία» από θεολογικής πλευράς. Στην Ορθόδοξη Θεολογία ο όρος «Εκκλησία» είναι αυστηρά μονοσήμαντος. Προσδιορίζεται – όπως αναφέρθηκε – αποκλειστικά και μόνο το Σώμα του Χριστού, το οποίο έχει ως κεφαλή Του τον ίδιο το Χριστό . τίποτα λιγότερο, αλλά και τίποτα περισσότερο ! Κάθε τι το οποίο ανήκει σε αυτό το Θεανθρώπινο Σώμα είναι Εκκλησία, ό,τι δεν ανήκει σε Αυτό, δεν είναι Εκκλησία ! Από αυτή τη βασική και θεμελιώδη θεολογική αρχή, ότι η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού, δηλ. ο ίδιος ο Χριστός, προέρχονται και οι βασικές ιδιότητες της Εκκλησίας :
· Μία, διότι δε νοείται τεμαχισμός ή διχασμός στο άχραντο Σώμα του Χριστού,
· Αγία, διότι είναι η Πανάμωμος Νύμφη του Λυτρωτού, την οποία ο ίδιος ο Κύριος παρέστησε «εαυτώ ένδοξον … μη έχουσαν σπίλον ή ρυτίδα ή τι των τοιούτων αλλ’ ίνα ή αγία και άμωμος» (Εφεσ. 5, 27). Μάλιστα η κάθαρση αυτή έγινε με το Άχραντο Δεσποτικό Του Αίμα.
· Καθολική, διότι, όντας «ο Χριστός παρατεινόμενος εις τους αιώνας», είναι ο αποκλειστικός εκφραστής της καθολικής Αλήθειας και η προοπτική της εκτείνεται σε ολόκληρη τη δημιουργία και
· Αποστολική, διότι είναι ο αποκλειστικός φορέας της Αποστολικής Διδαχής και της Αποστολικής Διαδοχής, τις οποίες και διασώζει και μεταδίδει μέσα στους αιώνες.
Με βάση τα ανωτέρω :
α) Είναι προφανές ότι από θεολογικής απόψεως η ύπαρξη πολλών Εκκλησιών είναι εντελώς αδιανόητη, εκτός εάν αναφερόμαστε στις Τοπικές Εκκλησίες, τις κατά τόπους φανερώσεις της Μίας Εκκλησίας του Χριστού.
β) Δε νοείται στην Εκκλησία το οποιοδήποτε ψεγάδι ή λάθος. Αυτό σημαίνει ότι η Εκκλησία κατέχει και κηρύττει την πληρότητα της Θ. Αποκαλύψεως, την παραδεδομένη Αποστολική Διδαχή, δηλ. την Αλήθεια. Είναι εντελώς αδιανόητο το παραμικρό λάθος σε θέματα πίστεως. Τα μέλη της Εκκλησίας ασφαλώς και μπορεί να σφάλλουν . ποτέ όμως η Εκκλησία δε μπορεί να διατυπώσει ως δόγμα πίστεως υποχρεωτικό για τη σωτηρία, το οποίο αργότερα να … ανακαλέσει ως εσφαλμένο. Η ύπαρξη λανθασμένης διδασκαλίας, εσφαλμένου δόγματος, ακυρώνει τις βασικές ιδιότητές Της :
§ παύει η Εκκλησία να είναι Αγία – ως «έχουσα σπίλον ή ρυτίδα» ψευδοδιδασκαλίας .
§ παύει η Εκκλησία να είναι Καθολική – ως μη κατέχουσα το πλήρωμα της Αληθείας .
§ παύει η Εκκλησία να είναι Αποστολική – διότι πλέον δεν κατέχει και δεν μεταδίδει την ανόθευτη Αποστολική Διδαχή, αλλά ψευδοδιδασκαλίες.
γ) Η Αποστολική Διδαχή, δηλ. η πίστη και διδασκαλία της Εκκλησίας, δεν επιδέχεται εκ μέρους των πιστών αμφισβήτηση ή άρνηση. Όποιος, ανεξάρτητα με το βαθμό που έχει, συνειδητά και συστηματικά αρνείται το οποιοδήποτε δόγμα πίστεως της Εκκλησίας δεν μπορεί να παραμένει μέλος Της. H Εκκλησία εκφράζεται αλαθήτως στις Οικουμενικές Συνόδους. Η Σύνοδος που θα χαρακτηριστεί από την Εκκλησία του Χριστού ως «Οικουμενική» είναι ταυτόχρονα σε θέματα πίστεως αλάθητη. Είναι εντελώς αδιανόητη για ένα πιστό η άρνηση των δογματικών αποφάσεων μιας Οικουμενικής Συνόδου. Αν συμβεί αυτό, ο πιστός αυτός δεν μπορεί να παραμείνει μέλος της Εκκλησίας.
δ) Η απόλυτη αναίρεση της Εκκλησίας είναι η αίρεση, δηλ. η συνειδητή άρνηση της καθολικότητας της Αλήθειας. Γι’ αυτό Εκκλησία και αίρεση είναι δύο έννοιες απολύτως ασυμβίβαστες : Η Εκκλησία εκφράζει την καθολικότητα . η αίρεση είναι η άρνησή της. Η Εκκλησία είναι το φως . η αίρεση το σκοτάδι. Η Εκκλησία είναι η σωτηρία . η αίρεση η απώλεια. Η Εκκλησία είναι η θεοσέβεια . η αίρεση είναι αθεΐα. Η Εκκλησία είναι η ευθεία οδός . η αίρεση η «στρεβλότης». Η Εκκλησία είναι ο ίδιος ο Χριστός . η αίρεση ο αντίχριστος. Η Εκκλησία είναι η Αλήθεια του Χριστού . η αίρεση η δαιμονική πλάνη.
Οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων χρησιμοποιούν για την αίρεση πολύ σκληρές εκφράσεις για να καταδειχθεί το πόσο φρικτή και απαίσια κατάσταση είναι. Μεταξύ άλλων χαρακτηρίζεται ως «φαυλότης φέρουσα τον όλεθρον», «ελεεινή πλάνη» στην οποία «κατεδέθησαν» οι αιρετικοί, «μεμιασμένη κοινωνία», «ρίζα πικρίας», «μίασμα γέγονε τη καθολική Εκκλησία, η των χριστιανοκατηγόρων αίρεσις». Επίσης, η αίρεση «εγκαταλείπουσα» αμέσως ή εμμέσως «τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν τον Υιόν του Θεού» καταντά «κεκρυμμένη ειδωλολατρία» και αθεΐα και γι’ αυτό ο ακολουθών αυτή «του χριστιανικού καταλόγου, ως αλλότριος εξωθείσθω και εκπιπέπτω».
Μετά τις πιο πάνω απλές και από όλους αποδεκτές γενικές εκκλησιολογικές αρχές, ας προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε το κεντρικό ερώτημα : «Μπορούμε ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί να χαρακτηρίζουμε την σημερινή υπό τον Πάπα Ρώμης χριστιανική κοινότητα ως Εκκλησία του Χριστού; [Ο όρος Εκκλησία δε χρησιμοποιείται συμβατικά, αλλά με την αμιγώς θεολογική του έννοια]. Αν η απάντηση είναι θετική, ότι πράγματι ανήκει στην Εκκλησία του Χριστού μαζί με την Ορθόδοξη Εκκλησία, όπως την πρώτη χιλιετία προ του Σχίσματος, ποιες οι αναπόφευκτες εκκλησιολογικές συνέπειες αυτής της παραδοχής ;
Νομίζω ότι αν αποδεχθούμε τους Λατίνους ως Εκκλησία του Χριστού, τότε για να έχουμε στοιχειώδη εκκλησιολογική συνέπεια, είμαστε υποχρεωμένοι να δεχθούμε ότι :
1. Το σύνολο των δογμάτων που πρεσβεύουν είναι αληθές. Κατά συνέπεια, δε νοείται η παραμικρή αμφισβήτηση της παπικής διδασκαλίας και πίστης, ούτε και των παπικών δογμάτων περί πρωτείου και αλαθήτου. Όποιος εμμένει στην άρνηση έστω και ενός δόγματος πίστεως αντιστρατεύεται την αποστολική διδαχή και καθίσταται παραχρήμα αιρετικός και άξιος αναθέματος.
2. Οι υπό του Παπισμού καθορισθείσες μετά την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο, 14 «Οικουμενικές» Σύνοδοι έχουν ερμηνεύσει αλαθήτως την ευαγγελική αλήθεια, αλαθήτως έχουν εκφράσει την αποστολική διδαχή και οι δογματικοί τους όροι συνιστούν υποχρεωτικά για όλους τους Χριστιανούς δόγματα πίστεως άκρως απαραίτητα για τη σωτηρία. Συνεπώς, οι αποφάσεις των «Οικουμενικών» αυτών Συνόδων πρέπει να γίνουν και από μας τους Ορθοδόξους πλήρως αποδεκτές. Να υπενθυμίσουμε ότι στις 14 παπικές «Οικουμενικές» Συνόδους μεταξύ άλλων εντάσσονται :
a. Οι ενωτικές σύνοδοι της Λυών (1274) και της Φεράρας-Φλωρεντίας (1438/39). Πρακτικά για μας τους Ορθοδόξους σημαίνει ότι οφείλουμε να τιμούμε ως Άγιο τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη Βέκκο που συμμορφώθηκε και αγωνίστηκε να επιβάλλει τη δογματική απόφαση της Συνόδου της Λυώνος και όχι τους Αγιορείτες Οσιομάρτυρες που αντιστάθηκαν μέχρις αίματος και την πολέμησαν ! Οφείλουμε να τιμούμε ως Αγίους τους Ισίδωρο Κιέβου και Βησσαρίωνα Νικαίας που αποσκίρτησαν στον παπισμό γινόμενοι Καρδινάλιοι, αποδέχθηκαν και συμμορφώθηκαν με τη δογματική απόφαση της «Οικουμενικής» Συνόδου της Φλωρεντίας και όχι τον Μάρκο τον Ευγενικό που αντιστάθηκε και την πολέμησε μέχρι τέλους ! Είναι απόδειξη, τουλάχιστον, εκκλησιολογικής σχιζοφρένειας να θεωρούμε τον Παπισμό ως Εκκλησία και ταυτόχρονα να τιμούμε ως Άγιο τον Μάρκο τον Ευγενικό !
b. Η Α΄ Βατικανή Σύνοδος (1869/70), η οποία καθόρισε ως δόγματα πίστεως υποχρεωτικά για τη σωτηρία : α) το πρωτείο του Απ. Πέτρου επί των άλλων Αποστόλων, β) το πρωτείο εξουσίας του Πάπα Ρώμης εφ’ όλης της Εκκλησίας, και γ) το αλάθητο του Πάπα, όταν αυτός αποφαίνεται ex cathedra. Τυχόν αμφισβήτηση ή άρνηση των δογμάτων αυτών επισύρει τα τέσσερα “anathema sint” (= ανάθεμα έστω) της «Οικουμενικής» αυτής Συνόδου. Χρήση των αποφάσεων αυτών έγινε με την καταδίκη του σύγχρονου μεγάλου Ρ/Καθολικού Θεολόγου Hans Küng, o οποίος αρνήθηκε το παπικό αλάθητο !
3. Αν ο Παπισμός είναι Εκκλησία του Χριστού τότε – ω ! τότε… – όλοι οι μετά το σχίσμα Ορθόδοξοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς, οι Άγιοι, οι Πατέρες της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι … βλάσφημοι ! Διότι είναι φρικτή, φοβερά φρικτή βλασφημία, να χαρακτηρίζεται η Εκκλησία, δηλ. η άσπιλος Νύμφη του Χριστού μας, ως αίρεση, ως δαιμονική επινόηση ! Να υπενθυμίσουμε ότι σε αυτή τη φρικτή βλασφημία έχουν περιπέσει όλοι – ανεξαιρέτως όλοι – οι Άγιοι της Ορθοδόξου Εκκλησίας που έχουν ασχοληθεί με τις παπικές διδασκαλίες και όλοι ομοφώνως έχουν αποφανθεί ότι ο Παπισμός είναι αίρεση ! Μεταξύ άλλων : Μ. Φώτιος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς, Αγ. Συμεών Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, Αγ. Μάρκος Ευγενικός, Αγ. Νικόδημος Αγιορείτης, Αγ. Κοσμάς ο Αιτωλός, Αγ. Νεκτάριος κ.ά. Μάλιστα ο Αγ. Ιουστίνος Πόποβιτς λέει τα εξής φοβερά : «Εις την ιστορίαν του ανθρωπίνου γένους υπάρχουν τρεις κυρίως πτώσεις : του Αδάμ, του Ιούδα, του Πάπα … το δόγμα περί αλαθήτου του Πάπα είναι όχι μόνο αίρεσις αλλά παναίρεσις … είναι αίρεσις των αιρέσεων, μία άνευ προηγουμένου ανταρσία κατά του Θεανθρώπου Χριστού» !
Είναι εντελώς αδιανόητο να αποδέχομαι τον Παπισμό ως Εκκλησία του Χριστού και ταυτόχρονα να τιμώ τους ανωτέρω ως Αγίους που τον χαρακτήρισαν ως αίρεση !
4. Το ίδιο ισχύει και για τις μετά το σχίσμα Τοπικές Συνόδους της Ανατολής που καταδικάζουν τις αιρετικές διδασκαλίες του Παπισμού. Και αυτές πρέπει να καταδικαστούν ως … βλάσφημες ! Μεταξύ άλλων :
1. Σύνοδος 879, εν Κωνσταντινουπόλει (Η΄ Οικουμενική Σύνοδος) : αιρετική πλάνη η προσθήκη του filioque στο Σύμβολο της Πίστεως.
2. Σύνοδος 1170, εν Κωνσταντινουπόλει : «βουλήν κατεβάλοντο, ίνα τελείως αποκόψωσι τελείω χωρισμώ τον Πάπα και πάντας τους συν αυτώ … ούτε αυτούς τελείω αναθεματισμώ παρέδωσαν, καθώς και τας λοιπάς αιρέσεις … φήσαντες το Αποστολικόν “αιρετικόν άνθρωπον μετά πρώτην και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού, ειδώς ότι εξέστραπτε ο τοιούτος και αμαρτάνει ων αυτοκατάκρητος”».
3. Σύνοδος 1450, εν Κωνσταντινουπόλει (τελευταία Σύνοδος στον Ι. Ν. Αγ. Σοφίας) : καταδίκη της ενωτικής Συνόδου Φεράρας-Φλωρεντίας και των αιρετικών διδασκαλιών των Λατίνων.
4. Σύνοδος 1722, εν Κωνσταντινουπόλει : «να αποδιώχνετε το ψεύδος … να απέχετε μακριά από τις καινοτομίες και τους νεωτερισμούς των Λατίνων, οι οποίοι δεν άφησαν κανένα δόγμα και μυστήριο και παράδοση της Εκκλησίας που να μην το φθείρουν και το νοθεύσουν».
5. Σύνοδος 1838 εν Κωνσταντινουπόλει : «να προφυλάξωμεν τα γνήσια τέκνα της Ανατολικής Εκκλησίας από τας βλασφημίας του Παπισμού … τα βάραθρα των αιρέσεων και τους ψυχοφθόρους κρημνούς της παπικής πλάνης των … ίνα γνωρίσητε όσον το διάφορον ημών των Ορθοδόξων από των Κατόλικων, ίνα μη απατάσθε από του λοιπού από τα σοφίσματα και καινοφωνίας των ψυχοφθόρων τούτων αιρετικών … της ματαιόφρονος και σατανικής τούτων αιρέσεως».
6. Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων, 1848 : «από αυτές τις αιρέσεις που διαδόθηκαν σε μεγάλο μέρος της οικουμένης, για τους λόγους που γνωρίζει ο Κύριος, ήταν κάποτε ο Αρειανισμός. Σήμερα είναι και ο Παπισμός … (το filioque) είναι αίρεση και αυτή που την πιστεύουν αιρετικοί … γι’ αυτό και η μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία ακολουθώντας τα ίχνη των αγίων Πατέρων, ανατολικών και δυτικών, κήρυξε και παλαιά επί των Πατέρων μας, και αποφαίνεται πάλι σήμερα συνοδικώς … ότι είναι αίρεση και οι οπαδοί του αιρετικοί … Επίσης οι συνάξεις που συγκροτούνται από αυτούς είναι αιρετικές και κάθε κοινωνία πνευματική των Ορθοδόξων τέκνων … με αυτούς είναι αντικανονική, όπως ορίζει ο ζ΄ κανόνας της Γ΄ Οικ. Συνόδου».
7. Σύνοδος 1895, εν Κωνσταντινουπόλει : «υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές που αφορούν στα θεοπαράδοτα δόγματα της πίστεώς μας και στο θεοσύστατο κανονικό πολίτευμα της διοικήσεως των Εκκλησιών … Η Παπική Εκκλησία … όχι μόνο αρνείται να επανέλθει στους Κανόνες και τους όρους των Οικουμενικών Συνόδων, αλλά στο τέλος του 19ου αι. ευρύνοντας το υφιστάμενο χάσμα, επισήμως ανακήρυξε και αλάθητο … Η σημερινή Ρωμαϊκή είναι Εκκλησία των καινοτομιών, της νοθεύσεως των συγγραμμάτων των Πατέρων, της παρερμηνείας της Γραφής και των όρων των Οικουμενικών Συνόδων. Γι’ αυτό ευλόγως και δικαίως αποκηρύχθηκε και αποκηρύσσεται εφ’ όσον μένει στην πλάνη της».
Από τις ανωτέρω απλές σκέψεις είναι προφανές ότι αν εμείς οι Ορθόδοξοι αποδεχόμαστε τη Ρ/Καθολική Κοινότητα ως Εκκλησία του Χριστού (εν τη θεολογική εννοία) οφείλουμε να είμαστε συνεπείς με αυτή την εκκλησιολογία και να τροποποιήσουμε αναλόγως τις πεποιθήσεις και τις ενέργειές μας ! Ειδάλλως παίζουμε εν ου παικτοίς ή στην καλύτερη περίπτωση κοροϊδεύουμε εαυτούς και αλλήλους, εντός, εκτός και επί τα αυτά !
Ενστάσεις :
α) Θα μπορούσε όμως κάποιος να αντιλέξει : ο παπισμός έχει πολλά στοιχεία εκκλησιαστικότητας (το μεγαλύτερο μέρος της δογματικής και ηθικής διδασκαλίας, της ιεραρχίας, της λατρείας κοκ) . δεν επαρκούν αυτά για να τον θεωρήσουμε Εκκλησία ; μήπως θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε ως σχετικώς Εκκλησία του Χριστού ; Ασφαλώς όχι ! διότι δεν αρκούν λίγα ή πολλά ή τα περισσότερα στοιχεία εκκλησιαστικότητας, γιατί η Εκκλησία ταυτίζεται με την πληρότητα και καθολικότητα. Η παραμικρή έλλειψη αλήθειας την ακυρώνει . η ελαχίστη ύπαρξη πλάνης τη νοθεύει. Άλλωστε, ο θεόπνευστος αποστολικός λόγος είναι κατηγορηματικός : «όστις όλον τον νόμον τηρήση, πταίση δε εν ενί γέγονε πάντων ένοχος» (Ιακ. 2, 10).
β) Τι θα γίνουν τα εκατομμύρια των Καθολικών . θα καταδικασθούν από το Θεό στην κόλαση και θα σωθούν μόνο οι Ορθόδοξοι; Το έλεος του Θεού δεν φτάνει στους ανθρώπους αυτούς ; Στο ερώτημα αυτό οφείλεται αναλυτικότερη απάντηση :
1. Η Ορθόδοξη Θεολογία δεν είναι ένα ιδεολογικό σύστημα που έχει απαντήσεις για οποιαδήποτε θεολογικο-φιλοσοφικο-υπαρξιακό ερώτημα. Μπορεί να αποφαίνεται μόνο για τα θέματα τα οποία έχει φανερώσει η Αποκάλυψη του Θεού και σε όποιο βαθμό Αυτή τα έχει αποκαλύψει ! Για τα υπόλοιπα οφείλουμε να σιωπούμε, τιμώντας τα μυστήρια που ο Θεός θέλησε να κρατήσει για τον Εαυτό Του ! Σε αντίθετη περίπτωση οδηγούμαστε σε σχολαστικισμό ή και σε βλασφημία θεωρώντας το όποιο ιδεολόγημά μας διδασκαλία και λόγο Θεού ! Αυτό βέβαια δεν απαγορεύει τη δική μας συμβολή στην εμβάθυνση στην «άπαξ παραδοθείσα πίστιν τοις αγίοις» (Ιουδ. 4) ή τη δική μας αναζήτηση απαντήσεως στις προκλήσεις του σύγχρονου κόσμου. Αντιθέτως μάλιστα αυτό συνιστά ιερή διακονία στο Σώμα του Χριστού, υπό μία προϋπόθεση : η διακονία αυτή να εδράζεται στην μέχρι τώρα εκκλησιαστική εμπειρία και παράδοση και να γίνεται αποδεκτή από τη σημερινή εκκλησιαστική συνείδηση. Από τον κίνδυνο της παρεκκλίσεως από την «άπαξ παραδοθείσα πίστιν» μας προφυλάσσει η Χάρις του Θεού, όταν εμείς ταπεινά την επιζητούμε και δεχόμαστε να διατυπώσουμε όχι τις δικές μας «εξυπνάδες», αλλά ό,τι ο Θεός διά των Αγίων Του θέλησε να μας αποκαλύψει… Έτσι στο ανωτέρω ερώτημα νομίζω ότι η απάντηση είναι μία : το πώς θα κρίνει ο Θεός τους Ορθοδόξους ή τους ετεροδόξους και τους αλλοθρήσκους είναι δική Του ευθύνη και δική Του … μέριμνα ! Δεν μας έχει αποκαλύψει τίποτα και ως εκ τούτου δεν δικαιούμαστε όχι μόνο να μιλάμε, αλλά ούτε και να σκεφτόμαστε για λογαριασμό Του, αν δεν θέλουμε να καταντήσουμε βλάσφημοι ! Εύστοχα έχει επισημανθεί ότι δεν γνωρίζουμε ποιος άνθρωπος σώζεται, αλλά το πώς ο άνθρωπος σώζεται (π. Γ. Μεταλληνός). Εμείς οφείλουμε να εγκαταλείψουμε εαυτούς και αλλήλους – όλους τους ανθρώπους, ολόκληρο τον κόσμο – στην αγάπη και το άπειρο έλεός Του ! Είναι τυχαίο άραγε ένα από τα μεγαλύτερα θεολογικά πνεύματα, ο μεγάλος Ωριγένης αναζητώντας και ασχολούμενος με παρόμοια θέματα για τα οποία η Θ. Αποκάλυψη σιωπά, έπεσε σε πλάνη ;
Ας προσέξουμε όμως κάτι ακόμα : Προτύπωση της Εκκλησίας του Χριστού ήταν ο αρχαίος Ισραήλ, που ήταν «ο Λαός του Θεού». Αυτό δε σήμαινε όμως ότι η αγάπη, το έλεος και η ευσπλαχνία του Θεού περιοριζόταν μόνο σε αυτόν και όχι στα άλλα έθνη. Το προφητικό κήρυγμα είναι σαφέστατο, με χαρακτηριστική περίπτωση τη σωτηρία της Νινευή. Το ότι η αγάπη του Θεού σκέπασε τη Νινευή δε σημαίνει ότι και οι Νινευίτες εντάχθηκαν στο λαό του Θεού, τον Ισραήλ. Παρόμοιο περιστατικό έχουμε και στις Πράξεις (κεφ. 10) με τον αλλοεθνή Κορνήλιο στον οποίο η Θ. Χάρις πλούσια χορηγήθηκε . αυτό όμως δεν αρκούσε . δεν τον κατέστησε και αυτομάτως μέλος της Εκκλησίας του Χριστού, του Νέου Ισραήλ, αλλά τον προετοίμασε για να βαπτισθεί και έτσι να γίνει μέλος της Εκκλησίας ! Συνεπώς η Χάρις του Θεού και η Αγάπη Του και το Έλεός Του δεν περιορίζονται, αλλά εκτείνονται σε ολόκληρη τη δημιουργία, η οποία προσκαλείται να γίνει Εκκλησία του Χριστού, αποδεχόμενη την πληρότητα της αποκαλυφθείσης Αλήθειας, τον μοναδικό Σωτήρα και Λυτρωτή Ιησού.

Πάτρα, 31 Μαρτίου 2012


π. Αναστάσιος Κ. Γκοτσόπουλος
Εφημέριος Ι. Ν. Αγ. Νικολάου Πατρών

Πρώτη «διαδικτυακή» δημοσίευση: Ανάστασιος

Ο ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΙΣΜΟΣ ΑΙΡΕΣΙΣ ΚΑΤΑΚΕΚΡΙΜΕΝΗ (2ον μέρος)

Posted in ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΑ on Δεκέμβριος 25, 2011 by entoytwnika
ΚΑΤΑΚΡΙΣΙΣ ΥΠΟ ΤΗΣ Δ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ



Ο επαίσχυντος θρίαμβος των Μονοφυσιτών διά της έν Εφέσω Ληστρικής Συνόδου και του προστάτου της αιρέσεως του Διοσκόρου, όστις, όχι μόνον τον Κωνσταντινουπόλεως Φλαβιανόν και τον Δορυλαίου Ευσέβιον καθήρεσεν αδίκως, αλλά και τον <<Λέοντα Ρώμης, αντιδρώντα κατά της έν Εφέσω Συνόδου, ανεθεμάτισεν αξιώσας παρά του βασιλέως και την εξορίαν αυτού, δεν διήρκεσεν επί μακρόν. Διότι την 28 Ιουλίου 450 ο Βασιλεύς Θεοδόσιος Β΄ πεσών έκ του ίππου εφονεύθη>>, την δέ <<αρχήν κατέλαβεν η ευσεβής αδελφή >> τούτου <<Πουλχερία, συζευχθείσα τον Μαρκιανόν. Πρώτον δέ έργον αυτής υπήρξεν η αποκατάστασις της μνήμης του Αγίου Φλαβιανού και ή είς Κωνσταντινούπολιν ανακομιδή των λειψάνων αυτού ώς »Μάρτυρος της πίστεως»>>. Ακολούθως, <<πεισθείς ο Βασιλεύς Μαρκιανός είς τάς πανταχόθεν υποδείξεις της Εκκλησίας, συνεκάλεσεν την Δ΄ Οικουμενικήν Σύνοδον τή 17 Μαίου 451 διά την 1 Σεπτεμβρίου του έτους εκείνου έν Νικαία. Αλλά κατόπιν ωρίσθη η Χαλκηδών ώς τόπος συνελεύσεως αυτής και χρόνος η 8 Νοεμβρίου 451>> ( Χ. Παπαδοπούλου, Ι.Ε. ΑΛ. σ. 397-398).

Η Δ΄Οικουμενική Σύνοδος, γράφει ο Μ. Φώτιος, συνεκλήθη απο <<τον έν βασιλεύσιν ευσεβέστατον Μαρκιανόν>> (450-457) <<είς την Χαλκηδόνα, πόλιν Βιθυνίας ούσαν επίσημον>>, και συνεκροτήθη Πατράσιν, <<έν τριάκοντα δέ και εξακοσίοις τον αριθμόν>><<οίτινες Ευτυχή τε τον δυστυχή και τον προασπιστήν αυτού, τον αλαζόνα Διόσκορον>> καθήρεσαν και ανεθεμάτισαν μετά της εαυτών αιρέσεως. Ούτως, οι δυσσεβείς ούτοι αιρεσιάρχαι, <<οι των χριστομάχων>> μονοφυσιτικών <<δογμάτων εισηγηταί, αξίαν την δίκην δεδωκότες, αφηρέθησαν τε της Ιερωσύνης και απο πάσης της Εκκλησίας γεγόνασιν ΑΝΑΘΕΜΑ, συναπελαθείσης αυτοίς και της χριστομάχου αιρέσεως. Το δέ ορθόν και απαράτρωτον (αβλαβές) της Ορθοδοξίας φρόνημα έτι μάλλον ταίς γραφικαίς τε και πατρικαίς μαρτυρίαις ανεκηρύχθη και διέλαμψεν. Ένα τον Χριστόν, ήτοι μίαν αυτού την υπόστασιν, και δύο τάς φύσεις, θεότητα τε και ανθρωπότητα, ασυγχύτως και αδιαιρέτως ενθεωρουμένας, των τρισμακαρίστων Αρχιερέων περιφανώς θεολογησάντων και παραδεδωκότων αδιστάκτως ομολογείν και κηρύσσειν είς πάντα της οικουμένης τα πέρατα>>. Και ότι θαύματα και πάντα <<τα μέν θεοπρεπώς, τα δέ ανθρωποπρεπώς ο αυτός Χριστός ο αληθινός Θεός ημών επιτελέσας και διαπραξάμενος, μίαν μέν αυτού και ενιαίαν την υπόστασιν, δύο δέ και διαφερούσας τάς φύσεις, έν ασυγχύτω ενώσει, σαφώς τε και αναντιρρήτω λόγω παρέστησε και επιστώσατο>> η Αγία αύτη Σύνοδος ( Μ. Φωτίου, P.G. 102, 641-644), διά των δέκα τεσσάρων πράξεων αυτής ή και διά των δέκα πέντε τοιούτων, μάλιστα διά του δογματικού αυτής Όρου.

Ο ΟΡΟΣ ΤΗΣ Δ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

Ο δογματικός Όρος της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου είναι καρπός της έν Χριστώ σωτηρίας, ώς και πάντες οι Όροι των επτά Αγίων Οικουμενικών Συνόδων, και θεία αλήθεια <<ταίς γραφικαίς τε και πατρικαίς μαρτυρίας>> (Μ. Φωτίου, αυτόθι) αποδεδειγμένη, προσέτι δε και θαύμασιν βεβαιωμένη, ώς το της Αγίας Ευφημίας. Επειδή αντέλεγον οι αιρετικοί, οι της Συνόδου, γράφει ο Ιεροσολύμων Δοσίθεος Β΄ (1669-1707), <<ήνοιξαν την λάρνακα της Αγίας Ευφημίας και έθηκαν αυτόν ( τον Όρον) επί του λειψάνου αυτής, έβαλον δε ομού και τον τόμον των αιρετικών, είτα έκλεισαν την λάρνακαν και εσφράγισαν αυτήν οι έγκριτοι της Συνόδου και ο Βασιλεύς και η Σύγκλητος, έπειτα εδέοντο μετά ύμνων και δακρύων και στάσεων παννυχίων του Θεού, ίνα αποκαλύψη αυτοίς το ορθόδοξον. Ανοίξαντες δε το μνήμα, εύρον τον μέν τόμον των αιρετικών είς τους πόδας της Αγίας ερριμμένον, τον δέ Όρον των Αγίων Πατέρων κρατούμενον υπό της δεξιάς αυτής χειρός, όν, απλώσασα την χείρα αυτής η Αγία, έδωκε τώ Βασιλεί και τή Συνόδω, είς δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος>> (Δοσιθέου Ιεροσολύμων, <<Δωδεκάβιβλος>> Β΄, 365-357).

<<Ὀρος της έν Χαλκηδόνι Συνόδου>>. <<Ο Κύριος ημών και Σωτήρ Ιησούς Χριστός, της πίστεως την γνώσιν τοίς Μαθηταίς βεβαιών, έφη· ειρήνην την εμήν αφίημι υμίν, ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν· ώστε μηδένα πρός τον πλησίον διαφωνείν έν τοίς δόγμασιν της ευσεβείας, αλλ’ επίσης άπασι το της αληθείας επιδείκνυσθαι κήρυγμα. Επειδή δε ού παύεται διά των εαυτού ζιζανίων ο πονηρός τοίς της ευσεβείας επιφυόμενος σπέρμασι και τι καινόν κατά της αληθείας εφευρίσκων αεί, διά τούτο ο Δεσπότης, προνοούμενος του ανθρωπίνου γένους, τον ευσεβή τούτον και πιστότατον πρός ζήλον ανέστησε Βασιλέα και τους απανταχή της Ιερωσύνης πρός εαυτόν αρχηγούς συνεκάλεσεν· ώστε, της Χάριτος του πάντων ημών Δεσπότου Χριστού ενεργούσης, πάσαν μέν του ψεύδους των του Χριστού προβάτων αποσείσασθαι λύμην (ρύπον, βλάβην, φθοράν και όλεθρον), τοίς δέ της αληθείας αυτού καταπιαίνειν βλαστήμασιν. Ό δή και πεποιήκαμεν, κοινή ψήφω τα της πλάνης απελάσαντες δόγματα, την δέ απλανή των Πατέρων ανανεωσάμενοι πίστιν, το των τριακοσίων δεκαοκτώ Σύμβολον τοίς πάσι κηρύξαντες και ώς οικείους τους τούτο το Σύνθεμα (Σύμβολον της Πίστεως) της ευσεβείας δεξαμένους Πατέρας επιγραψάμενοι, οίπερ εισίν οι μετά ταύτα έν τή μεγάλη Κωνσταντινουπόλει συνελθόντες ρν΄ (150), και αυτοί την αυτήν επισφραγισάμενοι πίστιν. Ορίζομεν τοίνυν, την τάξιν και τους περί της πίστεως άπαντας τύπους φυλάττοντες και ημείς της κατ΄ Έφεσον πάλαι γεγενημένης Αγίας Συνόδου, ής ηγεμόνες οι αγιώτατοι την μνήμην Κελεστίνος ο της Ρωμαίων και Κύριλλος ο της Αλεξανδρέων ετύγχανον, προλάμπειν μέν της ορθής και αμωμήτου πίστεως την έκθεσιν των τιη΄ (318) Αγίων και μακαρίων Πατέρων των έν Νικαία επί του της ευσεβούς μνήμης Κωνσταντίνου του γενομένου Βασιλέως συναχθέντων· κρατείν δέ και τα παρά των ρν΄ (150) Αγίων Πατέρων έν Κωνσταντινουπόλει ορισθέντα, πρός αναίρεσιν μέν των τότε φυεισών αιρέσεων, βεβαίωσιν δέ της αυτής Καθολικής και Αποστολικής ημών πίστεως>> ( Πρακτικών Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, Mansi, 7, 108-109).

Επειδή, λοιπόν, η ειρήνη του Χριστού συνίσταται είς την συμφωνίαν <<έν τοίς δόγμασιν της ευσεβείας>> διά της απελάσεως της αιρετικής πλάνης και της εμμονής είς το κήρυγμα της αληθείας της απλανούς πίστεως των Αγίων και μακαρίων Πατέρων των Αγίων Οικουμενικών Συνόδων, και η παρούσα Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος θέτει ώς βάσιν αντιμετωπίσεως της μονοφυσιτικής αιρέσεως τάς προηγηθείσας ταύτης τρείς Οικουμενικάς Συνόδους, έν αίς προλάμπει η έν Νικαία Πρώτη, ακολουθεί η έν Κωνσταντινουπόλει Δευτέρα, την αυτήν επισφραγίσασα πίστιν, και έπεται η ταύτας ακολουθήσασα Τρίτη έν Εφέσω Οικουμενική. Και μετά την παράθεσιν του Συμβόλου της Πίστεως των Α΄ και Β΄ Οικουμενικών Συνόδων, ο Όρος της Δ΄ συνεχίζει ώς εξής

<<Ήρκει μέν ούν είς εντελή της ευσεβείας επίγνωσίν τε και βεβαίωσιν το σοφόν και σωτήριον τούτο της θείας Χάριτος Σύμβολον· περί τε γάρ του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος εκδιδάσκει το τέλειον, και του Κυρίου την ενανθρώπησιν τοίς πιστώς δεχομένοις παρίστησιν. Αλλ΄ επειδήπερ οι της αληθείας αθετείν επιχειρούντες το κήρυγμα διά των οικείων αιρέσεων τάς κενοφωνίας απέτεκον, οι μέν (Νεστοριανοί) το της δι΄ ημάς του Κυρίου οικονομίας μυστήριον παραφθειρείν τολμώντες και την Θεοτόκον επί της Παρθένου φωνήν απαρνούμενοι, οι δέ (Μονοφυσίται) σύγχυσιν και κράσιν εισάγοντες και μίαν είναι φύσιν της σαρκός και της θεότητος ανοήτως αναπλάττοντες και παθητήν του Μονογενούς την θείαν φύσιν τή συγχύσει τερατευόμενοι· διά τούτο, πάσαν αυτοίς αποκλείσαι κατά της αληθείας μηχανήν (πολεμικόν τρόπον) βουλομένη η παρούσα νύν αύτη Αγία μεγάλη και Οικουμενική Σύνοδος, το του κηρύγματος άνωθεν ασάλευτον εκδιδάσκουσα, ώρισε προηγουμένως των τριακοσίων δεκαοκτώ Αγίων Πατέρων την πίστιν μένειν απαρεγχείρητον (απρόσβλητον και αναμφισβήτητον)· και διά μέν τους τώ Πνεύματι τώ Αγίω μαχομένους, την χρόνοις ύστερον παρά των επί της βασιλευούσης πόλεως συνελθόντων εκατόν πεντήκοντα Αγίων Πατέρων περί της του Πνεύματος ουσίας παραδοθείσαν διδασκαλίαν κυροί, ήν εκείνοι τοίς πάσιν εγνώρισαν, ούχ ώς τι λείπον τοίς προλαβούσιν επάγοντες, αλλά την περί του Αγίου Πνεύματος αυτών έννοιαν κατά των την αυτού δεσποτείαν αθετείν πειρωμένων γραφικαίς μαρτυρίαις τρανώσαντες. Διά δε τους το της οικονομίας (της σαρκώσεως του Θεού Λόγου) παραφθείρειν επιχειρούντας μυστήριον και ψιλόν άνθρωπον είναι τον έκ της Αγίας τεχθέντας Μαρίας αναιδώς ληρωδούντας (φλυαρούντας ανοήτως), τάς του μακαρίου Κυρίλλου του της Αλεξανδρέων Εκκλησίας γενομένου ποιμένος συνοδικάς επιστολάς πρός τε Νεστόριον και πρός τους της Ανατολής, αρμοδίους ούσας, εδέξατο, είς έλεγχον μέν της Νεστορίου φρενοβλαβείας, ερμηνείαν δε των ευσεβεί ζήλω του σωτηρίου Συμβόλου ποθούντων την έννοιαν· αίς και την επιστολήν του της μεγίστης Ρώμης προέδρου του μακαριωτάτου και αγιωτάτου Αρχιεπισκόπου Λέοντος, την γραφείσαν πρός τον έν Αγίοις Αρχιεπίσκοπον Φλαβιανόν έπ΄ αναιρέσει της Ευτυχούς κακονοίας, άτε δή τή του μεγάλου Πέτρου ομολογία συμβαίνουσαν και κοινήν τινα στήλην υπάρχουσαν κατά των κακοδοξούντων, εικότως συνήρμωσε πρός την των ορθοδόξων δογμάτων βεβαίωσιν. Τοίς τε γάρ είς υιών δυάδα το της οικονομίας διασπάν επιχειρούσι μυστήριον παρατάττεται, και τους παθητήν του Μονογενούς λέγειν τολμώντας την θεότητα του των ιερών απωθείται συλλόγου, και τοίς επί των δύο φύσεων του Χριστού κράσιν ή σύγχυσιν επινοούσιν ανθίσταται, και τους ουρανίου ή ετέρας τινός υπάρχειν ουσίας την έξ ημών ληφθείσαν αυτώ του δούλου μορφήν παραπαίοντας εξελαύνει· και τους δύο μέν πρό της ενώσεως φύσεις του Κυρίου μυθεύοντας, μίαν δε μετά την ένωσιν αναπλάττοντας ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΖΕΙ>> (Πρακτικών Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, Mansi, 7, 113-116).

<<Επομένοι τοίνυν τοίς Αγίοις Πατράσιν, ένα και τον αυτόν ομολογείν Υιόν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν συμφώνως άπαντες εκδιδάσκομεν, τέλειον τον αυτόν έν θεότητι και τέλειον τον αυτόν έν ανθρωπότητι, Θεόν αληθώς και άνθρωπον αληθώς τον αυτόν έκ ψυχής λογικής και σώματος, ομοούσιον τώ Πατρί κατά την θεότητα και ομοούσιον τον αυτόν ημίν κατά την ανθρωπότητα, κατά πάντα όμοιον ημίν, χωρίς αμαρτίας· πρό αιώνων μέν εκ του Πατρός γεννηθέντα κατά την θεότητα, επ΄ εσχάτων δέ των ημερών τον αυτόν δι΄ ημάς και διά την ημετέραν σωτηρίαν έκ Μαρίας της Παρθένου της Θεοτόκου κατά την ανθρωπότητα, ένα και τον αυτόν Χριστόν, Υιόν, Κύριον, Μονογενή, έκ δύο φύσεων ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως γνωριζόμενον· ουδαμού της των φύσεων διαφοράς ανηρημένης διά την ένωσιν, σωζομένης δέ μάλλον της ιδιότητος εκατέρας φύσεως και εις έν πρόσωπον και μίαν υπόστασιν συντρεχούσης, ουκ είς δύο πρόσωπα μεριζόμενον ή διαιρούμενον, αλλ΄ ένα και τον αυτόν Υιόν και Μονογενή, Θεόν Λόγον, Κύριον Ιησούν Χριστόν· καθάπερ άνωθεν οι Προφήται περί αυτού και αυτός ημάς ο Κύριος Ιησούς Χριστός εξεπαίδευσε και το των Πατέρων ημίν παραδέδωκε Σύμβολον. Τούτων τοίνυν μετά πάσης πανταχόθεν ακριβείας τε και εμμελείας παρ’ ημών διατυπωθέντων, ώρισεν η Αγία και Οικουμενική Σύνοδος, ετέραν πίστιν μηδενί εξείναι (να επιτρέπεται) προφέρειν, ή γούν συγγράφειν, ή συντιθέναι, ή φρονείν ή διδάσκειν ετέρους>> (Πρακτικών Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, Mansi, 7, 116). Διά δε τους παραβάτας του θείου τούτου όρου, η Αγία αύτη Οικουμενική Σύνοδος ώρισε

<<Τούς δέ τολμώντας ή συντιθέναι πίστιν ετέραν, ή γούν προκομίζειν, ή διδάσκειν ή παραδιδόναι έτερον σύμβολον τοίς εθέλουσιν επιστρέφειν είς επίγνωσιν της αληθείας εξ Ελληνισμού ή εξ Ιουδαισμού, ή γούν εξ αιρέσεως οιασδηποτούν (οποιασδήποτε), τούτους, ει μέν είεν Επίσκοποι ή Κληρικοί, ΑΛΛΟΤΡΙΟΥΣ είναι τους Επισκόπους της επισκοπής και τους Κληρικούς του κλήρου· ει δέ μονάζοντες ή λαικοί είεν, ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΖΕΣΘΑΙ αυτούς>> ( Πρακτικών Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, Mansi, 7, 116-117).

Ούτω κατεκρίθη η αίρεσις του Μονοφυσιτισμού υπό της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, ήτις συνεκροτήθη κατά των αιρεσιαρχών ταύτης <<Διοσκόρου της περιωνύμου προστατούντος Αλεξανδρείας και Ευτυχούς Αρχιμανδρίτου Κωνσταντινουπόλεως>> (Ζωναρά και Βαλσάμωνος, Σ.Ι.Κ. 2, 216). Ούτοι <<οι των χριστομάχων>> μονοφυσιτικών <<δογμάτων εισηγηταί, αξίαν την δίκην δεδωκότες, αφηρέθησάν τε της Ιερωσύνης και απο πάσης της Εκκλησίας γεγόνασιν ΑΝΑΘΕΜΑ>>, ήτοι καθηρέθησαν και ανεθεματίσθησαν, <<συναπελαθείσης αυτοίς και της χριστομάχου αιρέσεως>> του Μονοφυσιτισμού. (Μ. Φωτίου, P.G. 102, 641).

Ο ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΙΣΜΟΣ ΑΙΡΕΣΙΣ ΚΑΤΑΚΕΚΡΙΜΕΝΗ (1ον μέρος)

Posted in ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΑ on Δεκέμβριος 25, 2011 by entoytwnika

Ο Μονοφυσιτισμός είναι αίρεσις <<κατεγνωσμένη>> (ΙΕ΄ Κανόνος ΑΒ Συνόδου), ήτοι κατακεκριμένη, υπό των αγίων Πατέρων και των Ορθοδόξων Συνόδων της Εκκλησίας, Τοπικών και Οικουμενικών.
Η αίρεσις του Μονοφυσιτισμού κατεδικάσθη το πρώτον υπό της έν Κωνσταντινουπόλει Τοπικής Συνόδου του έτους 448, επί Πατριάρχου της πόλεως ταύτης Αγίου Φλαβιανού (446-449), ήτοι υπό <<Ενδημούσης>> Συνόδου (Πρακτικών Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, Mansi, 6, 652).

<<Αί αιρετικαί δοξασίαι του Ευτυχούς είχον ήδη γνωσθή>> έν Κωνσταντινουπόλει, <<διότι έν αρχή του 448 ο>> Πατριάρχης <<Αντιοχείας Δόμνος (443-450) κατήγγειλεν είς τον Βασιλέα (Θεοδόσιον Β΄) τον Ευτυχή ώς απολλιναριστήν>> (Πρακτικών Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, Mansi, 6, 652). <<Τή 8 Νοεμβρίου 448 συνεκλήθη υπό του Φλαβιανού Κωνσταντινουπόλεως »Ενδημούσα Σύνοδος», ής ώς συνήθως, μετέσχον πάντες οι απανταχόθεν παρεπιδημούντες τότε έν Κωνσταντινουπόλει Επίσκοποι>> δι΄ άλλα ζητήματα. <<Κατά το τέλος των εργασιών αυτής>>, <<ο Ευσέβιος Επίσκοπος Δορυλαίου, γνωστός πολέμιος του Νεστοριανισμού κατήγγειλε γραπτώς τον Αρχιμανδρίτη Ευτυχή επί αιρέσει>>, όστις <<προσεκλήθη την επαύριον είς απολογίαν>>. Όμως, <<παρά την προσπάθεια του Φλαβιανού, ο Ευτυχής μόλις τή 22 Νοεμβρίου εμφανισθείς πρό της Συνόδου, κατέδειξεν την μονοφυσιτικήν αυτού πλάνην, όθεν κατεδικάσθη ώς αιρετικός είς καθαίρεσιν>> (Χρ. Παπαδοπούλου, Ι.Ε. ΑΝΤ. σ. 374). Διεξαχθείσης, λοιπόν, κανονικώς της συνοδικής ταύτης δίκης και αποδειχθήσεις της ενοχής του κατηγορουμένου, κατεδικάσθη ούτος ο Ευτυχής ώς αιρετικός, ήτοι ώς φρονών βεβαίως και αμετανοήτως την αίρεσιν του Μονοφυσιτισμού.

Εκφωνών την σχετικήν καταδικαστικήν Απόφασιν, <<ο αγιώτατος Αρχιεπίσκοπος (Κωνσταντινουπόλεως Φλαβιανός) είπε Διά πάντων πεφώραται (έχει αποκαλυφθεί) Ευτυχής ο πάλαι Πρεσβύτερος και Αρχιμανδρίτης, έκ τε των ήδη πεπραγμένων και των ιδίων αυτού νύν καταθέσεων, την Ουαλεντίνου και Απολλιναρίου κακοδοξίαν νοσών και ταίς εκείνων δυσφημίαις αμεταθέτως ακολουθών. ός γε, ουδέ την ημετέραν αιδεσθείς παραίνεσίν τε και διδασκαλίαν, συνθέσθαι (να συμφωνίση) τοίς ορθοίς δόγμασι κατεδέξατο. Όθεν, επιδακρύσαντες και στενάξαντες επί τή παντελεί απωλεία αυτού, ωρίσαμεν διά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, του ύπ΄ αυτού βλασφημηθέντος, αλλότριον αυτόν είναι παντός ιερατικού τάγματος και της πρός ημάς κοινωνίας και του προεστάναι μοναστηρίου. ειδότων εκείνων πάντων των μετά ταύτα διαλεγομένων αυτώ ή συντυγχανόντων ώς υπεύθυνοι έσονται και αυτοί τώ της ακοινωνησίας επιτιμίω, ώς μή αποστάντες της πρός αυτόν (εκκλησιαστικής) κοινωνίας. (Πρακτικών Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, Mansi, 6, 748).

Η αμετανοησία και η παντελής απώλεια του εισηγητού της αιρέσεως του Μονοφυσιτισμού αιρεσιάρχου τούτου καταφαίνεται και έκ της μετά την καταδίκην στάσεώς του. Ουδόλως μετεμελήθη ούτος, άλλ΄ αντιθέτως εκινήθη υπέρ της κατακεκριμένης πλέον αιρέσεώς του, ταράσσων την Εκκλησίαν. <<Εποιήσατο δέ ο Ευτυχής έφεσιν πρός τους επισκόπους Ρώμης, Αλεξανδρείας, Ιεροσολύμων, Θεσσαλονίκης και Ραβένης, αποφυγών δι΄ ευνόητους λόγους να προσφύγη και πρός τον Δόμνον Αντιοχείας. Έγραψε δέ και ο Αυτοκράτωρ είς Ρώμην υπέρ του Ευτυχούς>>, τη προτροπή, προδήλως, του υπουργού του Χρυσαφίου, του οποίου ο Ευτυχής ήτο πνευματικός. <<Παρά ταύτα, ο Φλαβιανός εδημοσίευσε και εκοινοποίησε τα πρακτικά της Ενδημούσης Συνόδου πρός τάς λοιπάς Εκκλησίας>> (Χρ. Παπαδοπούλου, Ι.Ε. ΑΝΤ. σ. 374, 389), έκ δέ των προκαθημένων των Εκκλησιών, ο προστάτης και <<πρόμαχος>> του Μονοφυσιτισμού Αλεξανδρείας Διόσκορος εκινήθη δραστηρίως υπέρ του Ευτυχούς και τον υπερησπίσθη ακόμη και διά της έν Εφέσω Ληστρικής Συνόδου, αλλά ματαίως! (Του αυτού, Ι.Ε. ΑΛ. σ. 382-383) Διότι η ψευδοσύνοδος αυτή, διά της έν αυτή αντιχρίστου στάσεως του Διοσκόρου και της αποκρύψεως της ορθοδόξου αληθείας μέχρι και της αρνήσεως της αναγνώσεως της σχετικής δογματικής Επιστολής του Λέοντος Ρώμης (440-461) πρός τον Κωνσταντινουπόλεως Φλαβιανόν, επετάχυνε την σύγκλησιν της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου. <<Πάντες επεθύμουν την άμεσον σύγκλησιν Οικουμενικής Συνόδου>>, ο δέ <<νέος Αρχιεπίσκοπος Ανατόλιος (449-458), παρά τάς προσδοκίας του Διοσκόρου, κατά Νοέμβριον του 450, συγκαλέσας έν Κωνσταντινουπόλει Ενδημούσαν Σύνοδον, κατεδίκασε τον Ευτυχή>>, τον οποίον είχε αποκαταστήσει η Ληστρική αθέσμως, <<και υπέγραψε την πρός τον Φλαβιανόν δογματικήν επιστολήν του Λέοντος Ρώμης>>. (Του, αυτού, Ι.Ε. ΑΛ. σ. 398).

Την αναιδή ταύτην αμετανοησίαν του αιρεσιάρχου Ευτυχούς εκφράζων ο Κωνσταντινουπόλεως Άγιος Φλαβιανός, γράφει πρός τον Λέοντα Ρώμης Ο << Ευτυχής, υποστάς δικαίαν και κανονικήν καθαίρεσιν, και οφείλων κάν τοίς δευτέροις ιάσασθαι τα πρότερα, και διά μετανοίας ακριβούς και δακρύων πολλών τον Θεόν εξιλεώσασθαι, και την ημετέραν καρδίαν, σφοδρώς λελυπημένην επί τή αυτού πτώσει, διά μεταμελείας αληθούς θεραπεύσαι, ού μόνον τούτο ού πεποίηκεν, αλλά γάρ και διά πάντων διαταράξαι την παρ΄ ημίν Αγιωτάτην Εκκλησίαν εσπούδασε. προθέματα προτιθείς δημοσία ύβρεως και λοιδορίας ανάμεστα, προσεπιτούτοις και δεήσεις επιδούς τώ ευσεβεστάτω και φιλοχρίστω ημών Βασιλεί, και αυτάς πεπληρωμένας αλαζονείας και προπηλακισμών, διά πάντων τους θείους καταπατήσαι Κανόνας πειρώμενος…>> (Επιστολής Φλαβιανού Κωνσταντινουπόλεως, Mansi, 5, 1253).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Η Βαπτισματική Θεολογία

Posted in ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΑ on Δεκέμβριος 25, 2011 by entoytwnika


Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Έγιναν στο παρελθόν και γίνονται στην εποχή μας πολλές συζητήσεις για το Βάπτισμα των αιρετικών, δηλαδή εάν οι αιρετικοί πού έχουν αποκλίνει από την Ορθόδοξη πίστη και θέλουν να επιστρέψουν σ’ αυτήν, θα βαπτίζονται εκ νέου ή θα χρίονται απλώς, αφού δώσουν λίβελλο. Υπάρχουν αποφάσεις Τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων για το θέμα αυτό.

Όμως στο κείμενο πού ακολουθεί θα ήθελα να αναφερθώ σε ένα παράδειγμα πού είναι συμφωνία μεταξύ της «Διαρκούς Συνελεύσεως Κανονικών Επισκόπων Αμερικής (SCOBA)» και της «Συνελεύσεως Καθολικών Επισκόπων Αμερικής (ACBC)» την 3 Ιουνίου 1999. Τήν μετάφραση του πρωτοτύπου κειμένου στην ελληνική γλώσσα έκανε ο Πρωτ. π. Γεώργιος Δράγας, Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Τιμίου Σταυρού Βοστώνης, ο οποίος έκανε συγχρόνως και μιά συνοπτική περιγραφή και κριτική του συμφωνηθέντος κειμένου μεταξύ Ορθοδόξων και Παπικών στην Αμερική.

Η βάση του κειμένου αυτή είναι η συμφωνία στο Μπαλαμάντ το 1993 «Ουνιτισμός, Μέθοδος Ενώσεως του Παρελθόντος και η Παρούσα αναζήτησις της πλήρους κοινωνίας», την οποία φαίνεται επιθυμεί να στηρίξη.

Τό κείμενο πού σχολιάζουμε, δηλαδή το κείμενο πού υπογράφηκε στην Αμερική μεταξύ Ορθοδόξων και Παπικών, με τίτλο «βάπτισμα και μυστηριακή κοινωνία» στηρίζεται σε μερικά σημεία, όπως το έχω εντοπίσει, τα οποία είναι πολύ χαρακτηριστικά και δείχνουν όλο το περιεχόμενο της συγχρόνου οικουμενιστικής κινήσεως.

Τό πρώτον σημείο είναι ότι «το βάπτισμα εδράζεται επί της πίστεως του ιδίου του Χριστού, της πίστεως της Εκκλησίας, και της πίστεως του πιστού, εκ των οποίων απορρέει η οντότητά του» (13). Εκ πρώτης όψεως εδώ κάνει εντύπωση η απουσία του Τριαδικού Θεού, ίσως για να δικαιολογήται κάθε διασταλτική ερμηνεία του Βαπτίσματος. Η πίστη, λοιπόν, είναι το βάσιμο σημείο και στοιχείο του Βαπτίσματος.

Τό δεύτερο σημείο είναι ότι το Βάπτισμα δεν είναι μιά πράξη πού απαιτείται από την Εκκλησία, «αλλά μάλλον το θεμέλιον της Εκκλησίας. Τό βάπτισμα θεμελιώνει την Εκκλησίαν» (26). Εδώ παρουσιάζεται η αλήθεια ότι το άγιο Βάπτισμα δεν είναι το «εισαγωγικό» μυστήριο διά του οποίου εισαγόμαστε στην Εκκλησία, αλλά το θεμέλιο της Εκκλησίας.

Τρίτον σημείον είναι ότι «το βάπτισμα ουδέποτε εγένετο κατανοητό ως ιδιωτική τελετουργία, αλλά μάλλον ως κοινοτικό γεγονός» (13). Αυτό σημαίνει ότι η Βάπτιση των κατηχουμένων αποτελούσε «περίστασιν μετανοίας και ανανεώσεως ολοκλήρου της κοινότητος» (13). Ο Βαπτισθείς «υποχρεούται να οικειοποιηθή την κοινήν πίστιν της κοινότητος εις το πρόσωπον και τάς υποσχέσεις του Σωτήρος» (14).

Τό τέταρτον σημείο είναι συνέχεια και συνέπεια των προηγουμένων. Αφού το Βάπτισμα εδράζεται στην πίστη στον Χριστό, αφού είναι η βάση της Εκκλησίας και επί πλέον αφού είναι έργο της κοινότητος, αυτό σημαίνει ότι η αναγνώριση του Βαπτίσματος συνεπάγεται και την αναγνώριση της Εκκλησίας. Στό συμφωνημένο κείμενο λέγεται: «Αμφότερα τα μέλη της Κοινής αυτής Επιτροπής, Ορθόδοξοι και Ρωμαιοκαθολικοί, αναγνωρίζομεν εις τάς παραδόσεις αλλήλων κοινήν διδασκαλίαν και κοινήν πίστιν περί Βαπτίσματος, παρά τάς διαφοροποιήσεις εις την πράξιν, αι οποίαι, ως πιστεύομεν, δεν επηρεάζουν την ουσίαν του μυστηρίου» (17). Κατά το κείμενο υπάρχει κοινή πίστη και διδασκαλία περί του Βαπτίσματος στις δύο «Εκκλησίες», αλλά και οι υπάρχουσες διαφοροποιήσεις δεν επηρεάζουν την ουσία του μυστηρίου. Τά δύο μέρη αναγνωρίζουν μιά εκκλησιαστική οντότητα «εις αμφότερα εξ αυτών, και εάν ακόμη θεωρούν την βίωσιν της οντότητος της Εκκλησίας υπό του ετέρου ως ελαττωματικήν ή πλημμελή» (17). Στό σημείο αυτό βρίσκεται η «ασφαλής βάσις της συγχρόνου χρήσεως της φράσεως «αδελφαί εκκλησίαι»». Η Ορθόδοξη και Λατινική Εκκλησία είναι οι δύο αδελφές Εκκλησίες, γιατί έχουν την ίδια παράδοση, την ίδια πίστη και το ίδιο Βάπτισμα, έστω και εάν υπάρχουν μερικές διαφορές. Γι’ αυτό και στο κείμενο επανειλημμένως υποστηρίζεται η άποψη: «Θεωρούμεν την αμοιβαίαν ταύτην αναγνώρισιν της εκκλησιαστικής οντότητος του βαπτίσματος, παρά τάς διαιρέσεις ημών, πλήρως σύμφωνον προς την αέναον διδασκαλίαν αμφοτέρων των εκκλησιών» (26). Παρερμηνεύοντας την διδασκαλία του Μ. Βασιλείου, ισχυρίζονται ότι οι δύο «Εκκλησίες» παρά τις υφιστάμενες «ατέλειες» αποτελούν την ίδια οντότητα της Εκκλησίας. «Χάρις εις την δωρεάν του Θεού, είμεθα αμφότεροι «εκ της Εκκλησίας» κατά την φράσιν του Αγίου Βασιλείου» (26).

Τό πέμπτον σημείο είναι ότι κατηγορείται ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης ο οποίος, ερμηνεύοντας τις απόψεις του Κυπριανού Καρχηδόνος, του Μ. Βασιλείου και της Β’ Οικουμενικής Συνόδου, κάνει λόγο, όπως και όλοι οι φιλοκαλικοί Πατέρες του 18ου αιώνος, για την ακρίβεια και την οικονομία, ως προς τον τρόπο εισδοχής των αιρετικών στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Δηλαδή, οι Πατέρες άλλοτε δέχονται τούς αιρετικούς με την ακρίβεια, δηλαδή με το Βάπτισμα, και άλλοτε με την οικονομία, δηλαδή με χρίσμα. Αλλά και όταν η Εκκλησία δέχεται κάποιον με οικονομία, αυτό σημαίνει ότι εκείνη την ώρα πού τον αποδέχεται, ενεργεί το μυστήριο της σωτηρίας, ακριβώς γιατί η Εκκλησία υπέρκειται των Κανόνων, και όχι οι Κανόνες της Εκκλησίας, και η Εκκλησία είναι η πηγή των μυστηρίων και του Βαπτίσματος και όχι το Βάπτισμα βάση της Εκκλησίας. Η Εκκλησία μπορεί να αποδεχθή κάποιον αιρετικό με την αρχή της οικονομίας, χωρίς αυτό να σημαίνη ότι αναγνωρίζει ως Εκκλησία την κοινότητα πού τον είχε προηγουμένως βαπτίσει. Μέσα από την προοπτική αυτή ερμηνεύεται η σχετική απόφαση της Β’ Οικουμενικής Συνόδου.

Βεβαίως, η σύγχυση επιτείνεται από το ότι μεταξύ των προτάσεων υπάρχει και μία πρόταση, η οποία ερμηνεύεται με πολλούς τρόπους. Λέγεται στο κείμενο ότι πρέπει να διευκρινισθή «ότι η αμοιβαία αναγνώρισις του βαπτίσματος δεν εξυπακούεται και την επίλυσιν όλων των ζητημάτων τα οποία τάς διαιρούν, ούτε την αποκατάστασιν της εκκλησιαστικής κοινωνίας μεταξύ των, αν και υποβοηθεί εις την απομάκρυνσιν ενός βασικού εμποδίου από την οδόν προς την αποκατάστασιν πλήρους κοινωνίας» (σελ. 28).

Από την μικρή ανάλυση φαίνεται πόση σύγχυση επικρατεί στούς οικουμενιστικούς κύκλους γύρω από τα θέματα αυτά, καθώς επίσης και ότι η αποδοχή του Βαπτίσματος των αιρετικών (Παπικών, Προτεσταντών πού αλλοίωσαν το δόγμα της Αγίας Τριάδος κλπ) ερμηνεύεται ως αποδοχή της υπάρξεως Εκκλησίας στούς αιρετικούς και ακόμη χειρότερο ότι και οι «δύο Εκκλησίες» Ορθόδοξη και Λατινική έχουν ενότητα παρά τις «μικρές» διαφορές ή προερχόμαστε από την ίδια Εκκλησία και πρέπει να αναζητήσουμε να επιστρέψουμε και να αποτελέσουμε την μόνη Εκκλησία. Είναι έκδηλη εδώ η θεωρία των κλάδων.

Όταν υπάρχει μιά τέτοια σύγχυση, τότε είναι ανάγκη να υιοθετούμε την άποψη της ακριβείας, πού διασώζει την αλήθεια, ότι δηλαδή όσοι περιπίπτουν στην αίρεση βρίσκονται εκτός της Εκκλησίας και δεν ενεργεί το Άγιον Πνεύμα για την θέωση.

Πάντως, η βαπτισματική θεολογία δημιουργεί τεράστια προβλήματα στούς Ορθοδόξους. Τό κείμενο του οποίου είδαμε μερικά σημεία, είναι διάτρητο από εκκλησιολογικής πλευράς. Η πατερική ορθόδοξη διδασκαλία ως προς το θέμα αυτό είναι ότι η Εκκλησία είναι το Θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού, μέσα στην οποία διασώζεται η αποκαλυπτικη αλήθεια –ορθόδοξη πίστη– και τελεσιουργείται το μυστήριο της θεώσεως διά των μυστηρίων της Εκκλησίας (Βάπτισμα-Χρίσμα-θεία Ευχαριστία) με τις απαραίτητες προϋποθέσεις πού είναι η μέθεξη της καθαρτικής, φωτιστικής και θεοποιού ενεργείας του Θεού. Τό Βάπτισμα είναι το εισαγωγικό μυστήριο της Εκκλησίας. Δέν εδράζεται η Εκκλησία πάνω στο μυστήριο του Βαπτίσματος, αλλά το Βάπτισμα του ύδατος συνδεδεμένο με το Βάπτισμα του Πνεύματος ενεργούνται μέσα στην Εκκλησία και καθιστούν τον άνθρωπο μέλος του Σώματος του Χριστού. Εκτός της Εκκλησίας, του ζωντανού Σώματος του Χριστού, δεν υπάρχουν μυστήρια, όπως εκτός του σώματος δεν υπάρχουν αισθήσεις.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να παραθέσω το συμπέρασμα του Πρωτ. π. Γεωργίου Δράγα, ύστερα από «μία συνοπτική περιγραφή και κριτική»:

«Αι προτάσεις αύται δεν δύνανται να εύρουν συμφώνους πάντας τούς Ορθοδόξους, και δή τούς ελληνοφώνους (ή ελληνοφρόνους), και συνεπώς καθίστανται μάλλον διαιρετικαί ως προς τον πραγματικόν αυτών χαρακτήρα. Ο κύριος λόγος όστις οδηγεί εις τοιούτον κριτικόν συμπέρασμα είναι η απουσία εκκλησιολογικού υποβάθρου εις την όλην περί μυστηρίων ταύτην έρευναν, ως και η μονομερής ερμηνεία ή και παρερμηνεία, των δεδομένων της Ορθοδόξου μυστηριακής πράξεως, και μάλιστα της μυστηριακής τοιαύτης, έναντι των ετεροδόξων κατά τάς διαφόρους εποχάς. Αι προτάσεις, αύται και τα συμπεράσματα, αλλά και το όλον Συμφωνηθέν Κείμενον, αντιπροσωπεύουν Δυτικόν σκεπτικισμόν. Η αποδοχή των υπό Ορθοδόξων θεολόγων σημαίνει μάλλον σκόπιμον προδοσίαν των ορθοδόξων θέσεων και υποταγήν εις τάς δυτικάς οικουμενιστικάς προοπτικάς, όπερ απορριπτέον!».

«Εκκλησιαστική παρέμβαση» Δεκέμβριος 2001

ΑΠΟ ΑΚΤΙΝΕΣ