Αρχείο για Μαΐου, 2011

Η ΥΓΕΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ (3ο ΜΕΡΟΣ)

Posted in ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ on Μαΐου 31, 2011 by entoytwnika

Μόνο με τη Σάρκωση του Χριστού, ή ανθρωπότητα άποκαθίσταται πλήρως στην προπτωτική φύση της καί ο άνθρωπος ξαναβρίσκει τη δυνατότητα νά πραγματώσει την τελειότητα, γιά την οποία ό Δημιουργός τόν προόρισε. Ό Χριστός, γενόμενος τέλειος άνθρωπος, χωρίς νά πάψει νά είναι Θεός, ξαναδίνει στην ανθρώπινη φύση την πληρότητα καί την ακεραιότητα της προπτωτικής τελειότητας της, ή οποία οδηγεί στην πραγμάτωση της. Αυτό γίνεται με τήν ένωση τής θείας φύσης Του μέ τήν ανθρώπινη φύση στό πρόσωπο του Θεού λόγου. Νά λοιπόν πώς μέ τόν ίδιο τό Θεό στό πρόσωπο του Υιού Του, γίνεται μέ άμεσο τρόπο πραγματικότητα καί αποκαλύπτεται σέ δλους ό έσχατος προορισμός του ανθρώπου, ή τελείωση τής φύσης του δταν ενώνεται μυστικά καί πλήρως μέ τό Θεό. Ό Αδάμ ήταν απλώς «τύπος του μέλλοντος» (Ρωμ. 5,14), καθώς έχασε τόν τελικό προορισμό του: ό Χριστός φανερώνει τήν εκπλήρωση τής υπόσχεσης, τήν είσοδο στην κατάσταση τής τελειότητας. Ό άγιος Νικόλαος Καβάσιλας γράφει: «τόν άληθινόν άνθρωπον καί τέλειον, [… πρώτος καί μόνος έδειξεν ό Σωτήρ» «Εικών του Θεού του αοράτου» (Κολ. 1,15), «απαύγασμα τής δόξης καί χαρακτήρ τής υποστάσεως αυτού» (Έβρ. 1,3), ό Χριστός είναι αυτός, στον οποίο «κατοικεί παν το πλήρωμα τής θεότητος σώματικώς» (Κολοσ. 2,9). Αποκαλύπτει τό βαθύ νόημα της δημιουργίας του άνθρωπου κατ’ εικόνα καί καθ’ ομοίωση του Θεου: στην ανθρώπινη φύση Του εκδηλώνεται ή θεία φύση, συνδεδεμένη μέ τήν ανθρώπινη άχωρίστως καί ασυγχύτως. Είναι τό ορατό πρότυπο καί τό πλήρωμα του «καινού άνθρωπου» (Έφεσ. 2,1ί), στο οποίο η πεπτωκυία ανθρωπότητα καλείται νά ανακαινισθεί. Ό όλος άνθρωπος προσκαλείται νά γίνει σύμμορφος τής εικόνας του καινού άνθρωπου (Ρωμ. 8,29) καί ν’ αποκτήσει τήν ομοίωση μ’ Αύτόν. Ό Χριστός έρχεται μέ τή διπλή Του φύση ώς Θεάνθρωπος, νά επιβεβαιώσει ότι ό άνθρωπος είναι προορισμένος νά είναι άνθρωπος θεός: «Ό Θεός γάρ ένηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν», διακηρύσσουν οι Πατέρες. Έν Χριστώ, ό Θεός Αύτοαποακαλύπτεται στον άνθρωπο ώς κανόνας γιά τήν τελειότητα καί τόν προορισμό του: α) του δείχνει κατά προφανή τρόπο ότι ή φύση του είναι θεανθρώπινη, β) του αποκαλύπτει ότι είναι τέλειος άνθρωπος μόνο όταν ενώνεται με το Θεό, καθώς στό πρόσωπο το Χριστού, ή ανθρώπινη φύση γίνεται τέλεια λόγω τής ενωσής Της μέ τή θεία φύση-, καί ότι μόνο μέ τήν ομοίωσή του μέ τό Χριστό μπορεί ό άνθρωπος νά πραγματώσει στην ύπαρξη του τή θεανθρώπινη τελειότητα. Ο άνθρωπος είναι πραγματικά άνθρωπος, μόνο όταν είναι θεός έν Χριστώ.
Ό Χριστός αποκαλείται δεύτερος Αδάμ, όχι γιατί έφερε στον άνθρωπο μιά άλλη φύση καί ένα άλλο προορισμό, σέ σχέση μέ τή φύση καί τόν προορισμό, πού είχαν δοθεί στον πρώτο Αδάμ, άλλα γιατί έρχεται νά πραγματώσει έν Έαυτώ, αυτό που ο Αδάμ είχε χάσει τη δυνατότητα επιτέλεσης εξαιτίας του αμαρτήματος Του. ΟΙ Πατέρες καταφάσκουν ότι ό Αδάμ δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα του Λόγου, του Λόγου του Θεού· επιβεβαιώνουν ότι τό ίδιο μυστήριο, τής δημιουργίας του άνθρωπου κατ’ εικόνα του Λόγου, συνδέεται καί πάλι μέ τό μυστήριο τής υιοθεσίας του ανθρώπου ώς υιού, άπό τό Θεό, στό πρόσωπο του Υιού Του. Αφότου δημιουργήθηκε ό άνθρωπος, ένας καί μόνο ένας φυσιολογικός σκοπός υπήρχε γι’ αυτόν: ή ομοίωση μέ τό Χριστό, -τόν κανόνα τής τελείωσης τής φύσης του-, ή οποία μέ τή Σάρκωση του Χριστοϋ αποκαλύφθηκε πλήρως καί σαφώς. Ό άνθρωπος δημιουργήθηκε ώς λογική ύπαρξη, δηλ. έλλογη, άλλα βασικότερα ώς ύπαρξη χριστολογική, όπου λογικός κατά τους Πατέρες σημαίνει σύμμορφος του Λόγου, του Λόγου του Θεού. Οι Πατέρες θά προχωρήσουν περαιτέρω έως ότου επιβεβαιώσουν ότι ό άνθρωπος δημιουργήθηκε όχι μόνο κατ’ εικόνα του Λόγου ώς Θεού, άλλα κυρίως κατ’ εικόνα του σαρκωθέντος Λόγου, του Θεανθρώπου Χριστού· ό άνθρωπος, διευκρινίζουν, έχει άπό τή δημιουργία του ώς σκοπό, -διαμέσου τής φύσης του-, νά τείνει κατά πάντα τήν ύπαρξη του στην ενεργή ομοίωση μέ τό Χριστό. Ό άγιος Νικόλαος Καβάσιλας γράφει σχετικά: «Διά τόν καινόν άνθρωπον άνθρώπου φύσις συνέστη τό έξ αρχής, καί νους καί επιθυμία προς Εκείνον κατεσκευάσθη· καί λογισμόν έλάβομεν ίνα τόν Χριστον γινώσκωμεν, έπιθυμίαν ίνα προς Εκείνον τρέχωμεν· μνήμην έσχομεν ίνα Εκείνον φέρωμεν· έπεί καί δημιουργουμένοις, αυτός άρχέτυπον ήν. Ού γάρ ό παλαιός του καινού, άλλ’ ό νέος Αδάμ του παλαιού παράδειγμα (πρβλ. Ρωμ. 5,14). […] Ώς ένεκα γε τής φύσεως αυτής άρχέτυπον ό παλαιός Αδάμ ημίν άν είη, τοις πρότερον εκείνον έπισταμένοις· ω δέ πάντα πρίν είναι πρό τών οφθαλμών ό πρεσβύτερος του δευτέρου μίμημα, καί κατά τήν ιδέαν εκείνου καί τήν εικόνα πέπλασται» (ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΒΑΣΙΛΑΣ, Εν Χριστώ ζωή, 6, 91-93, PG. 150, 680). Σέ άλλο σημείο ό άγιος Νικόλαος Καβάσιλας αναφέρει ότι ό «άνθρωπος προς τόν Χριστόν ίεται, ού διά τήν θεότητα μόνον, […] άλλα καί τής φύσεως ένεκα τής ετέρας [Σ.τ.μ.: Δηλαδή τής ανθρώπινης φύσης, τήν όποία προσέλαβε σαρκούμενος ό Θεός Λόγος]». Στό ίδιο πνεύμα κινούμενος ό άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς διδάσκει ότι «ουκούν καί ή άπ αρχής παραγωγή του άνθρώπου δι’ αυτόν, κατ’ εικόνα πλασθέντος του Θεού, ίνα δυνηθη ποτέ χωρησαι τό άρχέτυπον καί ό έν τω παραδείσω παρά Θεού νόμος δι’ αύτόν» (ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Ομιλία 60, 20 ΕΠΕ, τόμ. 11, σ. 532).
Κατ’ αυτό τόν τρόπο αποδεικνύεται ότι ό Χριστός είναι αϊδίως [Σ.τ.μ.: ανέκαθεν, χωρίς αρχή, άπό πάντα] ή αρχή καί τό τέλος (Α’ Κορ. 8,6· Αποκ. 22,13) τής ανθρώπινης φύσης καί δι’ αυτής του κάθε δημιουργήματος, όπως ειδικά έπιβεβαιώνει ό άγιος Μάξιμος ό Όμολογητής, πού γράφει σχετικά μέ τήν ένωση τής θείας φύσης μέ τήν ανθρώπινη στό πρόσωπο του Χριστού: «Τούτο εστι τό μακάριον, δι’ δ τά πάντα συνέστησαν, τέλος. Τούτο εστιν ό τής αρχής τών όντων προεπινοούμενος θειος σκοπός […]. Προς τούτο τό τέλος αφορών τάς τών όντων ό Θεός παρήγαγεν ουσίας. Τούτο κυρίως εστί τό τής προνοίας καί τών προνοουμένων, πέρας· καθ’ ό εις τόν Θεόν, ή τών ύπ’ αυτού πεποιημένων εστίν άνακεφαλαίωσις. Τούτο εστι τό πάντας περιγράφον τους αιώνας καί τήν ύπεράπειρον καί προϋπάρχουσαν των αιώνων μεγάλην του Θεού βουλήν έκφαινον μυστήριον· ής γέγονεν άγγελος αυτός ο κατ’ ούσίαν του Θεού Λόγος γενόμενος άνθρωπος· καί αυτόν, τόν ένδότατον πυθμένα τής Πατρικής άγαθότητος φανερόν καταστήσας, καί τό τέλος έν Αυτώ δείξας, δι’ ό τήν προς τό είναι σαφώς αρχήν έλαβον τά πεποιημένα. Διά γάρ τόν Χριστόν, ήγουν τό κατά Χριστόν μυστήριον, πάντες οί αιώνες, καί τά έν αυτοίς τοις αιώσιν, έν Χριστώ τήν αρχήν του είναι καί τό τέλος ειλήφασιν» (ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Πρός Θαλάσσιον, 60, PG. 90, 621). Αυτές οι καταφατικές εκφράσεις σέ ό,τι άφορα τόν άνθρωπο καθεαυτόν συναντώνται καί στον πυρήνα τής διδασκαλίας του αποστόλου Παύλου: ό Πατέρας «έξελέξατο ημάς έν αύτω προ κατά βολής κόσμου είναι ημάς αγίους καί άμωμους κατενώπιον αυτού, έν αγάπη προορίσας ημάς εις υιοθεσίαν διά Ιησού Χριστού εις αυτόν» (Έφεσ. 1, 4-5) καί «ους προέγνω, καί προώρισε συμμόρφους τής εικόνος του υιού αυτού, εις το είναι αυτόν πρωτότοκον έν πολλοίς αδελφοίς» (Ρωμ. 8,29)· μ’ αυτό τόν τρόπο ό Χριστός θά μπορεί νά γίνει «τά πάντα έν πάσι» (Κολ. 3,11).
Στό πρόσωπο του Χριστού εκφράζονται λοιπόν καθολοκληρία ή αρχή καί τό τέλος τής ανθρώπινης φύσης, εμφανίνται μέ σαφήνεια ή αυθεντική ύπαρξη καί ό αληθινός προορισμός του ανθρώπου. Ή εικόνα του Θεού, αμαυρωμένη στον άνθρωπο εξαιτίας του προπατορικού αμαρτήματος, επανεμφανίζεται στό Χριστό, πού είναι άναμάρτητος, μέ πολύ μεγαλύτερη λάμψη καί αίγλη άπ’ αυτήν, που είχε στον Αδάμ πρίν τό παράπτωμα του: «καθώς έν Χριστώ» ή εικόνα του Θεού αποκαλύπτεται στην πλήρη τελειότητα της καθολοκληρία πραγματοποιημένη μέ τήν πλήρη επιτέλεση τής ομοίωσης του ανθρώπου πρός τό Θεό πού γίνεται στό πρόσωπο Του μέ τήν ένωση τής θείας φύσης μέ τήν ανθρώπινη. Ή εικόνα καί ή ομοίωση του Θεού στον άνθρωπο φανερώνονται άπό τόν ίδιο τό Δημιουργό, -ό Λόγος του Θεού σαρκώνεται καί ό ΄Ιδιος είναι τέλεια εικόνα του Πατρός. Φανερώνονται όπως Εκείνος τίς ήθελε άπό τήν αρχή, δηλαδή στην παντελή καί οριστική πληρότητα τους. Στον Αδάμ φαινόταν μόνη ή εικόνα του προτύπου· έν Χριστώ τό ίδιο τό πρότυπο έμφανίζεται· στό πρόσωπο τού Χριστού, τό πρότυπο [Σ.τ.μ.: ή θεία φύση] ενώνεται στην εικόνα [Σ.τ.μ.: ή ανθρώπινη φύση] -χωρίς νά συγχέεται μέ αυτήν καί χωρίς νά χωρίζεται πλέον άπό αυτή-, καί μέ τήν ένωση αυτή καθεαυτή ανακαινίζει καί οδηγειτήν εικόνα στην τελειότητα. Ό άγιος Ειρηναίος μέ αφορμή τή λαμπρή φανέρωση τής εικόνας, καί τής ομοίωσης, τής αποκάλυψης δηλαδή του άνθρώπου-Θεού στό Θεάνθρωπο, γράφει: «Τότε δέ τούτο αληθές απεδείχθη, ότε άνθρωπος ο Λόγος του Θεού έγένετο, εαυτόν τω ανθρώπω καί τόν άνθρωπον εαυτώ έξομοιώσας, ίνα διά τής προς τόν Υιόν όμοιώσεως τίμιος ό άνθρωπος γένηται τω Πατρί. Έν τοις γάρ πρόσθεν χρόνοις [Σ.τ.μ.: πρίν τή Σάρκωση του Χριστού] ελέγετο μεν κατ’ εικόνα Θεού γεγονέναι τόν άνθρωπον, ούκ έδείκνυτο δέ· έτι γάρ αόρατος ήν ό Λόγος, ού κατ’ εικόνα ό άνθρωπος έγεγόνει διά τούτο δέ καί τήν όμοίωσιν ραδίως άπέβαλεν. Όπότε δέ σαρξ έγένετο ό Λόγος του Θεού, τά αμφότερα έπεκύρωσεν καί γάρ καί τήν εικόνα έδειξεν αληθώς, αυτός τούτο γενόμενος όπερ ήν ή εικών αυτού, καί τήν όμοίωσιν βεβαίως άποκατέστησεν, συνεξομοιώσας τόν άνθρωπον τω άοράτω Πατρί διά του βλεπομένου Λόγου» (ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ ΛΥΩΝ, Κατά αιρέσεων, 5, 16, 2).
Κατ’ αυτό τόν τρόπο αποκαλύπτεται έν Χριστώ μέ σαφήνεια στον άνθρωπο τό αρχέτυπο τής αληθινής φύσης του, τό πρότυπο, τό οποίο άπό τή δημιουργία του καί έκ φύσεως είναι προορισμένος ό άνθρωπος νά έπιτελέσει. Ό άγιος Νικόλαος Καβάσιλας παρατηρεί: «Τόν άληθινόν άνθρωπον καί τέλειον, καί τρόπων καί ζωής καί τών άλλων ένεκα παντων, πρώτος καί μόνος έδειξεν ό Σωτήρ». Ή αύξησή Του, ή αυτοπραγμάτωση Του, ή τέλεια ζωή Του σέ συμφωνία μέ τή φύση Του, αποτελούν άπό τότε γιά τόν άνθρωπο ολοφάνερα τό περιεχόμενο τής ομοίωσης του μέ τό Χριστό καί τό νόημα του νά γίνει Θεός έν Αύτώ. Μόνο στην ένωση μέ τό Χριστό ό άνθρωπος βρίσκει τήν πληρότητα τής ύπαρξης του, τήν ακεραιότητα καί τήν ολοκλήρωση τής φύσης του, τό αληθινό νόημα του προορισμού του, -το πρώτο και τό έσχατο-, τήν τελειότητα τής δράσης του καί τής δλης ζωής του. Μόνο έν Χριστώ ό άνθρωπος μπορεί νά είναι ό εαυτός του, μπορεί νά είναι πλήρως άνθρωπος καί νά πραγματώνει τήν αληθινή του φύση σ’ δλες της τίς διαστάσεις. Ό άγιος Μάξιμος λέγει ότι ό Υιός «τήν φύσιν προς έαυτήν άποκαθίστησι» καί ό άγιος Γρηγόριος ό Ναζιανζηνός συμπληρώνει ότι διά του Χριστού ανακαινίζεται ή φύση μας στό σύνολο της.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Η ΥΓΕΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ (2ο ΜΕΡΟΣ)

Posted in ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ on Μαΐου 28, 2011 by entoytwnika

Έάν ή ομοίωση προς τό Θεό είχε δοθεί έν δυνάμει καί βρισκόταν αυτόματα σέ φάση έναρξης στην εικόνα, προϋπέθετε δτι ό ίδιος ό Αδάμ θά ήθελε νά την πραγματώσει όλοκληρωτικά ώστε νά φθάσει την τελείωσή του. Στην περίπτωση αύτη ή ομοίωση προς τό Θεό, θά ήταν καρπός της συνεργασίας της ανθρώπινης βούλησης με τή Χάρη του Θεού καί δε θά μπορούσε παρά νά είναι θεανθρώπινο έργο, πού τό πραγματώνουν από κοινού ό Θεός καί ό άνθρωπος, ό στραμμένος προς Αυτόν. Ό άνθρωπος διέθετε πλήρη ελευθερία. πού του επέτρεπε νά ενωθεί με τό Θεό καί εξ αντιθέτου να αρνηθεί νά συνεργασθεί μ’ Αυτόν γιά τήν πραγματοποίηση του σχεδίου Του. Καί είχε αυτή τήν ελευθερία, γιατί ό Θεός ήθελε τήν τελείωση του καί είχε έγχαράξει τήν εικόνα Του σ’ αυτόν. Ό Θεός, ωστόσο, του είχε δώσει μία εντολή (Γέν. 2,16-17) γιά νά βοηθήσει νά χρησιμοποιήσει σωστά τήν έλευθερία του, ή οποία εκδηλωνόταν μέσα στην όλη τελειότητα της αρχέγονης φύσης του καί στον αληθινό σκοπό του. Η επιτέλεση της ελευθερίας γινόταν μέ τή διαρκή καί μοναδική εκλογή του Θεού. Μέσω αυτής της εκλογής πού διατηρείτο σταθερή μέ τό αυτεξούσιο, ό Αδάμ παγιωνόταν στό αγαθό οπού είχε δημιουργηθεί καί τό οικειοποιούνταν όλο καί περισσότερο.
Σ’ αυτή τήν αρχέγονη κατάσταση, όπου επιτελούσε τόν αληθινό σκοπό της φύσης του, ό Αδάμ έδέετο διαρκώς στό Θεό, ευχαριστώντας καί δοξάζοντας αδιάκοπα το Δημιουρό του σύμφωνα προς τό θέλημα Του. Καλλιεργώντας στην ψυχή του τίς θείες σκέψεις καί τρεφόμενος μ’ αύτές ζούσε μόνιμα σέ κατάσταση θεωρίας του Θεού. Αναγνωρίζοντας τήν παρουσία των θείων ενεργειών στά κτίσματα, αναγόταν, ανυψωνόταν διά μέσου των δημιουργημάτων προς τό Δημιουργό καί τά αναβίβαζε ό ίδιος προς τό Θεό έν έαυτώ. Ό άνθρωπος είχε οριστεί βασιλέας, επιτελώντας έτσι τή λειτουργία του ώς «μέσος Θεού καί ύλης γενόμενος» και εκπληρώνοντας τήν αποστολή, πού του είχε ανατεθεί άπό τό Θεό δηλαδή «τά νοητά [Σ.τ.μ.: ορατά] καί τά αισθητά προς τούτοις έν[ώσαι]» καί «κτιστήν φύσιν τή άκτίστω δι’ αγάπης έν[νώσας] […] εν ταύτόν δεί[ξαι]». Βλέποντας διαρκώς τό Θεό σέ κάθε ύπαρξη, Τόν έβλεπε εξίσου στον εαυτό του, καθώς «ικανή ή της ψυχής καθαρότης εστι καί τόν Θεόν δι’ εαυτής κατοπτρίζεσθαι». Μπορούσε ακόμη νά χαίρεται τή θέα του Θεού πρόσωπο προς πρόσωπο. Ό Άγιος Αθανάσιος Αλεξανδρείας γράφει, ότι «ουδέν γάρ έχων έμπόδιον εις τήν περί του Θείου γνώσιν, θεωρεί μέν άεί διά της αύτού καθαρότητος τήν του Πατρός εικόνα, τόν Θεόν Λόγον». Σ’ αυτή τήν κατάσταση ό Αδάμ «τω σώματι έν τω θειοτάτω χώρω καί υπερκαλλεί […] αύλιζόμενος, τή ψυχή έν ύπερτέρω καί άσυγκρίτω καί περικαλλεστέρω τόπω διέτριβε Θεόν έχων οίκον τόν ένοικον». Όλοι οι Πατέρες, επίσης, παρουσιάζουν τόν πρώτο άνθρωπο νά διατηρεί μέ τό Θεό σχέσεις παρρησίας καί τό βιβλίο τής Γενέσεως τό δείχνει επιπλέον μέ τήν καθημερινή συζήτηση μαζί Του σέ πλήρη ελευθερία μέσα στόν παράδεισο. «Τήν Αύτού περιβεβλημένος χάριν» ζούσε σέ μιά μόνιμη κατάσταση έντονης πνευματικής άπόλαυσης: οι Πατέρες υπενθυμίζουν σταθερά τό γλυκασμό, τήν τρυφή, τή χαρά, τή μακαριότητα καί τήν ευδαιμονία, οι όποιες συνδέονταν μέ τή θεωρία του άνθρωπου καί οδηγούσαν σέ στενή σχέση μέ τό Θεό. Σχέση, πού επέτρεπε στόν άνθρωπο νά συμμετέχει στό ίδιο τό κάλλος της θείας ζωής. Κατά τό Μέγα Αθανάσιο, ό άνθρωπος ζούσε «τον αληθινόν βίον», δηλαδή αυτόν γιά τόν οποίο πλάστηκε και ο οποίος αποτελεί τό φυσιολογικό σκοπό τής αύθεντινής φύσης του.
Ή εσωτερική ενότητα του Αδάμ καί ή ενότητα του μέ όλες τίς άλλες υπάρξεις διά μέσου τής αδιάκοπης θεωρίας του Ενός Θεού μέσα άπ’ όλα τά όντα απέκλειε κάθε ιδέα διαίρεσης ή διάσπασης. Τέτοια διαίρεση δέν υπήρχε ούτε στόν ίδιο τόν άνθρωπο, ούτε μεταξύ του άνθρωπου καί τών ομοίων του ούτε μεταξύ του άνθρωπου καί τών άλλων δημιουργηιάτων, ούτε ανάμεσα στά άλλα δημιουργήματα. Έπικρατούσε ειρήνη παντού καί κατά πάντα. Ό άνθρωπος ζούσε βίο «τήν έν παραδείσω άλυπον καί άνώδυνον καί άμέριμνον ζωήν»· «έχων τήν του δεδωκότος χάριν, έχων καί τήν ιδίαν έκ του πατρικού Λόγου δύναμιν», ζούσε «τόν άπήμονα […] βίον [Σ.τ.μ.: Ευτυχισμένη ζωή, άπαλλαγμάνη άπό στενοχώριες καί φροντίδες]», σημειώνει ό Μέγας Αθανάσιος. Καί ό Ίερός Αυγουστίνος συμπληρώνει ότι ό άνθρωπος δέν φοβόταν ιά κάποια εσωτερική νόσο, καθώς ήταν σωματικά υγιής καί στην ψυχή είχε τέλεια άρμονία. Ό Άγιος Συμεών ό Νέος Θεολόγος κλείνει μέ τήν παρατήρηση: «Πύρωσις δέ ή κίνησις ή γαστρός άλογος μανία καί όρεξις ούδαμου έτι ήν, αλλ΄ήν αύτώ ζωή άστασίαστος καί άλυπος διαγωγή».
Μέσα στόν Παράδεισο ό άνθρωπος είχε «σώας […] τάς αισθήσεις καί έστηκυίας έν τώ φυσικώ», «ών έν τώ κατά φυσιν καθώς καί έκτίσθη», «καί ήν έν θεωρία του Θεού». Ό Αγιος Γρηγόριος Νύσσης σημειώνει ότι «ήν έν υγεία ποτέ [Σ.τ.μ.: πρίν τήν πτώση] νοητή τό άνθρώπινον, οίον τίνων στοιχείων, τών τής ψυχής λέγω κινημάτων, κατά τόν τής αρετής λόγον ίσοκρατώς έν ήμίν κεκραμένων».
Η κατάσταση του άνθρωπου στόν παράδεισο εμφάνιζε, κατ’ αυτό τόν τρόπο, όλα τά στοιχεία τής υγείας: ό άνθρωπος ζούσε σύμφωνα μέ τήν αρχέγονη φύση του, αγνοούσε κάθε μορφή ασθένειας, τόσο ψυχικής όσο καί σωματικής, καί ζούσε βίο εντελώς φυσιολογικό, σύμφωνο μέ τή φύση του καί τον πραγματικό σκοπό της.
Μέ τό προπατορικό αμάρτημα, ό Αδάμ έξετράπη άπό τό δρόμο, πού ό Θεός τόν είχε τοποθετήσει κατά τή δημιουργία του. Ό άνθρωπος άπόλεσε τό στόχο, πού ή ίδια ή φύση του δριζε. Ή ύπαρξη του σταμάτησε να τείνει «εν παντί» προς το Θεό, όλες οι δυνάμεις του έπαψαν ν’ ανοίγονται στην άκτιστη χάρη του Θεού, ό καθρέπτης τής ψυχής του σκοτίστηκε καί δέν αντανακλούσε πιά τό Δημιουργό Του. Καθώς ο Αδάμ διέκοψε τήν κοινωνία μέ τήν Πηγή τής κάθε τελειότητας, οι αρετές του μαράθηκαν καί έχασε τήν ομοίωση προς τό Θεό, πού είχε αρχίσει νά πραγματώνει άπό τή στιγμή τής δημιουργίας του. Ή εικόνα του Θεού δέ χάνεται, υφίσταται στόν πεπτωκότα άνθρωπο’ άλλα είναι αλλοιωμένη καί συνεσκιασμένη δέν αναπτύσσεται πιά διά μέσου τής ενεργού ένωσης του άνθρωπου μέ τό Θεό καί δέ βρίσκει τήν εκπλήρωσή της στην πραγμάτωση της ομοίωσης, πού είναι ό αληθινός προορισμός της. Ένώ ή πορεία του άνθρωπου προς τήν τελειότητα μέσα στό Φως τοϋ Πνεύματος τόν έκανε νά φεγγοβολεί, ξαφνικά τό αμάρτημα τόν έσκότισε. Ό άνθρωπος άπό τότε λησμονει τήν αυθεντική φύση του, αγνοεί τόν πραγματικό προορισμό του, δέ γνωρίζει πλέον τήν πραγματική ζωή καί χάνει σχεδόν κάθε αίσθηση τής προπτωτικής υγείας.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

ΠΩΣ ΞΕΚΙΝΗΣΕ Η ΔΙΑΣΠΑΣΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ (28ο ΜΕΡΟΣ)

Posted in ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΡΘΡΑ on Μαΐου 28, 2011 by entoytwnika

Η Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου τελούσα ύπό τήν έπιρροήν του Αρχιεπίσκοπου Σπυρίδωνος προέβη εις τήν έξης άνακοίνωσιν έν σχέσει προς τους φοιτητάς τούς ακολουθούντας τό πάτριον έορτολόγιον.

«Φέρεται εις γνώσιν τών φοιτητών τής Σχολής ότι κατ’ άπόφασιν ομόφωνον τής Σχολής, ληφθείσαν κατά τήν Συνεδρίασιν τής 10ης ‘Οκτωβρίου 1950, δέν θά γίνωνται δεκτοί προς έξέτασιν, όσοι, έχόμενοι του παλαιού ημερολογίου, δέν ευρίσκονται εις κανονικάς σχέσεις προς τάς νομίμους εκκλησιαστικός αρχάς.
Οί τυχόν μέχρι τούδε εις κατάστασιν τοιαύτην διατελούντες, δέον να υποβάλλουν προς τήν Σχολήν τόν κανονικόν λίβελλον»

(Εκ της Θεολογικής Σχολής).

Ο Αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων και ή ύπ’ αυτόν Σύνοδος ύπέβαλεν υπόμνημα είς τήν Κυβέρνησιν, δια τού οποίου υποδεικνύει σειράν μέτρων εναντίον τών άκολουθούντων τό πάτριον έορτολόγιον.
Ιδού τό απίστευτο αλλά και απαράδεκτο υπόμνημα τούτο

Ιούλιος 1950

Έξοχώτατε!

Ή Αγία και Ιερά Σύνοδος μετά μακράν μελέτην τού παλαιοημερολογιτικού ζητήματος, έχουσα ύπ’ όψιν μεταξύ άλλων και τά έξης:

1) Ότι ό παλαιοημερολογιτισμός είναι περισσότερον έπικίνδυνος πάσης προπαγάνδας και αυτής της κομμουνιστικής, διότι ευκόλως εύρίσκων οπαδούς ώς έκ τής γνωστής νοοτροπίας του Λαού μας, δημιουργεί καθ εκάστην νέα θρησκευτικά κόμματα, ατινα αλληλομαχόμενα προς αλλήλα, αποτελούσιν αυτοτελείς Όρθόδοξους Εκκλησίας, αίτινες, ώς έκ τής φύσεως τού ζητήματος πολλαπλασιαζόμεναι έπ’ αόριστον, θά διαιρέσωσι τήν Μίαν Όρθόδοξον Έκκλησίαν τής Ελλάδος εις πλήθος τοιούτων, αλληλομισουμένων και άλληλοπαραπονουμένων και θα συντελέσωσιν εις τήν θρησκευτικήν κοινωνικήν και έθνικήν άποσύνθεσιν και διάλυσιν τού Ελληνισμού.
Έάν τις ένθυμηθή, ότι μόνη ή θρησκευτική εμπάθεια του μονοφυσιτισμού διηυκόλυνε την κατάκτησιν της βυζαντινής Αυτοκρατορίας ύπό τών Μουσουλμάνων, δύναται νά κρίνη πόσον χείρονα δύναται νά διάπραξη ή μανία του παΛαιοημερολογιτισμού.
2) Ότι συνεπώς, καθώς και ό κομμουνισμός υπήρξε προγεφύρωμα τού Σλαυισμού διά τήν ύποδούλωσιν τής Ελλάδος, τοιουτοτρόπως και ό παλαιοημερολογιτισμός δύναται κάλλιστα νά χρησιμοποιηθεί ώς γέφυρα αυτού, ίνα εισδύση εις αυτήν ταύτην τήν καρδίαν τού Έθνους.
3) Ότι δέν πρόκειται απλώς περί λόγων και θεωριών, αλλά περί συνταρακτικών γεγονότων. Άρκεί νά ρίψη τις έν βλέμμα εις την πραγματικότητα…
4) Ότι τό κακόν έφθασεν εις τό μή περαιτέρω, ώς δεικνύει ή συνημμένη υπ’ αριθμ. 13 και άπό 26] 9 Μαΐου 1950 εγκύκλιος της Συνόδου τών παλαιοημερολογιτών δημοσιευθείσα έν τη «Φωνή τής Όρθοδοξίας», έπισήμω όργανο τής Εκκλησίας τών παλαιοημερολογιτών.
Ταύτα πάντα και πλείονα έτερα σχετικά έχουσα ύπ’ όψιν ή Ιερά Σύνοδος και πεποιθυία ότι πάσα περαιτέρω ανοχή τού παλαιοημερολογιτισμού τυγχάνει αδικαιολόγητος, απεφάσισε τήν δι’ όλων τών δυνάμεων τής Εκκλησίας δραστηρίαν και συστηματικήν αντιμέτωπισιν αυτού και προς τούτο συνέστησε μόνιμον Συνοδικήν έπιτροπήν, ήτις έν συνεργασία μετά τών Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών ήρξατο ήδη του έργου τούτου διά παντός νομου μέσου.
Επειδή δμως ό παλαιοημερολογιτισμός έξ ίσου ενδιαφέρει και τήν πολιτείαν, έχουσαν, όχι μόνον ύποχρέωσιν, αλλά και τήν δύναμιν, ίνα εξουδετέρωση αυτόν, διά τούτο ή Άγία καί Ιερά Σύνοδος έθεώρησε σκόπιμον, όπως έπικαλεσθεί και τήν συνεργασιαν υμών και προς τον σκοπον τούτον, το γε νυν, προτείνει τά έξης ληπτέα μέτρα:
1) Τήν διάλυσιν του Σωματείου ή Σωματείων τών παλαιοημερολογιτών, τήν άκύρωσιν τών καταστατικών αυτών και τήν παρεμπόδισιν έν τω μέλλοντι πάσης συστάσεως σωματείων, διότι ταύτα άποτελούσι νομιμοποίησιν τής εναντίον του κράτους και τής Εκκλησίας ανταρσίας και φαινομενικώς μέν είναι Σωματεία, έν τη πραγματικότητι όμως Έλληνικαί Αυτοκέφαλοι Ορθόδοξοι Έκκλησίαι.
2) Τήν έπίτευξιν διακομματικής συμφωνίας, καθ’ ήν άπαντα τά κόμματα θ’ άπόσχωσιν έν τω μέλλοντι πάσης κομματικής έκμεταλλεύσεως και υποστηρίξεως τού παλαιοημερολογιτισμού.
3) Τήν διάλυσιν τών Ναών αυτών, ώς ίδρυθέντων και λειτουργουντων παρανόμως, την υπαγωγήν αυτών εις τους γειτονικούς ενοριακούς Ναούς, και τήν αύστηράν έφαρμογήν του άρθρου 24 του περί Ιερών Ναών και εφημερίων Νόμου, δι ου απαγορεύεται ή άνευ αδείας τοϋ οικείου Μητροπολίτου και του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων άνέγερσις Ναού οίουδήποτε δόγματος, τών παραβατών τιμωρουμένων διά φυλακίσεως.
4) Τήν συστηματικήν δίωξιν τών καταχρήσεων του Μοναχικού βίου.
Προς τόν σκοπόν τούτον δύναται νά όρισθει διά Νόμου, ότι διαλύονται πάσαι αί Μοναί, αίτινες δέν έλειτούργησαν νομίμως άπό τής 1ης Ιανουαρίου 1920 και εντεύθεν, τών έν αύταίς διαιτωμένων αποστελλομένων, έπιμελεία τών κατά τόπους Άστυνομικών Άρχων, διατασσομένων νά έφαρμόσωσιν αμέσως και αυστηρώς τόν Νόμον, εις τά εστίας των, τής δέ περιουσίας αυτών περιερχομένης είς τόν Ο.Δ.Ε.Π. και ότι εφεξής Μοναί δύνανται νά ίδρύωνται μόνον ύπό τής Εκκλησίας τής Ελλάδος, δι’ άποφάσεως τής Ιεράς Συνόδου.
ΕΊδικώτερον τόν άμεσον άποκλεισμόν τής Μονής Κερατέας, τόν έλεγχον και τήν διάλυσιν αυτής, διότι πολλά εγκλήματα διεπράχθησαν και διαπράττονται έν αύτή και τήν αμεσον έν αυτή έγκατάστασιν Όρφανοτροφείου.
5) ιην αύστηράν έφαρμογήν τών άρθρων 228 και 229 τού Ποινικού Νὀμου. Κατά τό άρθρον 228 ό φέρων δημοσίαν στολήν ή άλλο διακριτικόν σημείον δημοσίου ύπαλλήλου τιμωρείται δια φυλακίσεως, κατά δέ τό άρθρον 229 τιμωρείται δι’ είρκτής ό μεταχειριζόμενος στολήν, τήν οποίαν δέν έχει τήν άδειαν νά φέρη, έπι σκοπώ του νά βλάψη ή άπατήση τό Κράτος ή ίδιώτην τίνα η νά έπιτύχη άθέμιτον κέρδος.
Προς έπιτυχίαν τού σκοπού τούτου δέον νά άσκηθή συστηματική δίωξις τών παραβατών μετά προηγουμένην σύστασιν προς τά Αστυνομικά όργανα, όπως ύποβάλλωσιν αμέσως τάς σχετικάς μηνύσεις προς τούς κ.κ. Εισαγγελείς νά εισάγωνται οί παραβάται δι’ άπ’ ευθείας κλήσεως και νά έκδικάζωνται ταχέως αί παραβάσεις.
Ή Εκκλησία τής Ελλάδος θά έφοδιάση τούς κληρικούς και μοναχούς αυτής δι’ ειδικής ταυτότητος, τής οποίας τόν τύπον θελει ανακοίνωση ύμίν έν καιρώ.
6) Τήν ύπό τών κατά τόπους Αστυνομικών Άρχων άσκησιν εποπτείας έπι τών ρασοφόρων και είδικώτερον τόν άναγκαστικόν έπαναπατρισμόν τών έξ Αγίου Όρους, άνευ αδείας τής Εκκλησίας τής Ελλάδος, έκτος αυτού περιφερόμενων ρασοφόρων, και τήν λήψιν έν συνεννοήσει μετά τής έν Καρυαίς Πρωτεπιστασίας, Αστυνομικών μέτρων διά τήν έφ’ εξής έξ Αγίου Όρους άποδημίαν ρασοφόρων δι’ άδειων, καθοριζουσών τόν τόπον τής μεταβάσεως των, τόν σκοπόν και τόν χρόνον της μετακινήσεως αυτών. Δι’ αναλόγων αδειών δέον νά έφοδιάζωνται και οί εντός του Κράτους άπό τής μιας Μητροπολιτικής περιφερείας εις αλλην τοιαύτην ταξιδεύοντες κληρικοί και μοναχοί.Αί αστυνομικοί άρχαι δέον νά λαμβάνωσιν αύστηράς διάταγας, όπως εφαρμοζωνται ατέγκτως τα μέτρα ταύτα.
7) Τόν όρισμόν ειδικού αδικήματος διά τούς κληρικούς τής Εκκλησίας τής Ελλάδος, οίτινες τιμωρούμενοι ή διωκόμενοι πειθαρχικώς προσχωρούν είς οίανδήποτε θρησκευτικήν όργάνωσιν τών παλαιοημερολογιτών και άσκούσι παρ’ αυτή τελετουργικά και άλλα εκκλησιαστικά καθήκοντα, ώς και τούς δεχομένους αυτούς θρησκευτικούς ή λαϊκούς προϊσταμένους της οίκείας θρησκευτικής Κοινότητος.

8) Τήν συστηματικήν δίωξιν τού δι αθεμίτων μέσων προσηλυτισμού έπι τη βάσει τής κειμένης νομοθεσίας ώς και πάσης παραβάσεως διατάξεων τού κοινού ποινικού νόμου έκ μέρους τών ρασοφόρων δι’ αναλόγου εφαρμογής των εν τέλει της παραγραφου 5 του παρόντος αναφερομένου, καί
9) Τήν έκδοσιν εγκυκλίων και διαταγών προς τάς αρμοδίας αρχάς καί υπηρεσίας τύ Κράτους, όπως ύποστηρίζωσι τόν αγώνα τής Εκκλησίας, συνεργαζόμενοι μετά τών Μητροπολιτών και δή α) Όπως έφαρμόζωσιν αυστηρώς τούς σχετικούς Νόμους, β) Όπως άπελαύνωσι τούς άνευ κανονικής αδείας ρασοφόρους, γ) Όπως παρεμποδίζωσι τήν άνέγερσιν Παλαιοημερολογιτικών Ναών καί Μονών καί όπως τά Ληξιαρχεία άποκλείωσι τάς πάλαιοημερολογιτικάς Ληξιαρχικάς πράξεις.
Τά ανωτέρω μέτρα έθεωρήσαμεν σκόπιμον όπως προτείνωμεν υμιν επί του παρόντος.

Δέν χρειάζονται κρίσεις έπί του ανωτέρω υπομνήματος διά νά πεισθή ό αναγνώστης περί του μεγέθους τής έμπαθείας, την έκτασιν τής κακότητος καί τήν έξαρσιν του μίσους άπό τούς συντάξαντας τό υπόμνημα τούτο.
Ή Ιερά Σύνοδος τών παλαιοημερολογιτών δι’ εγκυκλίου συνιστά έμμονήν, πειθαρχίαν καί προσευχήν, διά νά δυνηθή να άνθέξη ό διωκόμενος καί ταλαιπωρούμενος Ορθόδοξος Έλληνικός Λαός εις τά βίαια μέτρα τών «Αγίων Αρχιερέων» και δη του Αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος» καί του βοηθού του, εξ ίσου φανατικού Ρώγων Διονυσίου.
Η επίσημος Εκκλησία προσεπάθησε νά συσχετίση τά σκάνδαλα τής Μονής Κερατέας μετά τής Εκκλησίας τών Γνησίων Όρθοδόξων Χριστιανών. Ή Ιερά Σύνοδος τών Γνησίων Όρθοδόξων Χριστιανών προέβη εις τήν εξής δήλωσιν έν σχέσει μέ τά σκάνδαλα τής Γυναικείας Μονής Κερατέας

ΔΗΛΩΣΙΣ
Τής Ιεράς Συνόδου τής Εκκλησίας έν Ελλάδι
Γνησίων Όρθοδόξων Χριστιανών
Διά του παρόντος δηλούμεν ότι ούδεμίαν απολύτως πνευματικήν σχέσιν καί έπικοινωνίαν έχομεν μετά τής Γυναικείας Μονής Κερατέας, τής ανηκούσης είς τήν παρασυναγωγήν, ης προίσταται ό ιερεύς Ευγένιος Τόμπρος καί ή γνωστή Μαριάμ Σουλακιώτου άπό του έτους 1937. Κατά συνέπειαν δέ τας διαδιδομένος παρανόμους καί άτασθάλους αυτών πράξεις, ουχί μόνον άποδοκιμάζομεν, άλλα καί δηλούμεν ότι ή μητέρα Εκκλησία ούδεμίαν εύθύνην υπέχει διά πάν ό,τι συμβαίνει έν τη ώς άνω Μονή.

Ή Ιερά Σύνοδος τής Εκκλησίας τών Γνησίων Όρθοδόξων Χριστιανών
ο Πρόεδρος Ό πρώην Φλωρίνης ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ,
Τά Μέλη – Ό Κυκλάδων ΓΕΡΜΑΝΟΣ,
Ό Χριστιανουπόλεως ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ
Ό Διαυλείας ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ

Επίσης, τοιαύτας δηλώσεις καί ανακοινώσεις εναντίον τής Μονής τής Κερατέας έκαμαν καί ό Ιερός Σύνδεσμος τών Παλαιοημερολογιτών Κληρικών, ή Π.Θ.Ε.Ο.Κ., ή Ένωσις Νέων Γνησίων Όρθοδόξων Χριστιανών Ελλάδος.
Κατόπιν του υπομνήματος τής Διοικούσης Συνόδου τής Κρα:ούσης Εκκλησίας καί τής γνωματεύσεως τών κ. κ. Καθηγητών Σγουρίτσα, Τσάτσου καί Ράμμου έπί του παλαιοημερολογιτικού ζητήματος, ή Κυβέρνησις συνεζήτησε τό παλαιοημερολογιτικόν έν ‘Υπουργικώ Συμβουλίω, τη είσηγήσει του οργάνου τοϋ Αρχιεπισκόπου καί Υπουργού Εθνικής Παιδείας καί Θρησκευμάτων καί κατόπιν Εσωτερικών κ. Νικολάου Μπακοπούλου, καί εξέδωσε τήν ύπ’ αριθμ. 45 πράξιν αυτής.
Ιδού η απόφασις

ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΝ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΝ
ΠΡΑΞΙΣ 45

Εν Αθήναις τη 3η Ίανουρίου 1951

Τό Υπουργικόν Συμβούλιον

Λαβόν ύπ’ δψιν τό ύπ’ αριθ. 3223]331]20-12-50 έγγραφον τής Ιεράς Συνόδου τής Εκκλησίας τής Ελλάδος προς τόν έπί τών Θρησκευμάτων καί Εθνικής Παιδείας ‘Υπουργόν, δι’ ου ή Εκκλησία ζητεί τήν έφαρμογήν τών κειμένων νόμων προς προστασίαν τής έν τω Κράτει Εκκλησιαστικής καί θρησκευτικής τάξεως καί ησυχίας, διαταρασσομένης ύπό κακόβουλων καί έκμεταλλευτών τού θρησκευτικού αισθήματος τών πολιτών.
2) Τήν του έγγραφου τούτου διαβιβασθείσαν έμπεριστατωμένην σχετικήν γνωμοδότησιν τών νομομαθών Γ. Ράμμου, καθηγητού του Πανεπιστημίου, Ζ. Σγουρίτσα, καθηγητού του Πανεπιστημίου καί Κων/νου Τσάτσου, τέως καθ/τού του Πανεπιστημίου καί 3) τήν δημιουργηθείσαν έξέγερσιν της κοινής γνώμης κατόπιν τής ύπό τών Δικαστικών ‘Αρχών άποκαλύψεως τών σκανδάλων του Παλαιοημερολογιτικού κέντρου τής Μονής Κερατέας.

Αποφασίζει

1) Νά εκτελεσθούν αί νομίμως έκδοθείσαι αποφάσεις ύπό τών αρμοδίων Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων καί ‘Αρχών κατά τών άντιποιουμένων τήν ιδιότητα του Κληρικού της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας Παλαιοημερολογιτών, νά έκτελεσθώσιν δέ αμέσως καί αί τυχόν εκδιδόμενοι νεώτεροι αποφάσεις.
2) Νά άποσχηματισθούν οί άνευ κανονικής καί νομίμου χειροτονίας έκ μέρους τών κανονικών αρχιερέων τής Όρθοδόξου ημών Εκκλησίας, φέροντες τό ίερατικόν σχήμα παλαιοημερολογίται δήθεν κληρικοί.
3) Νά διαταχθεί ή σύλληψις καί ή αποστολή εις τάς Μονάς τής μετανοίας των τών άκολουθούντων τό παλαιόν ήμερολόγιον μοναχών, ό άποσχηματισμός δέ καί ή παραπομπή εις τάς αρμοδίας δικαστικάς αρχάς τών έξ αυτών παρανόμως καί άντικανονικώς φερόντων το μοναχικον σχήμα.
4) Ν’ αποδοθούν εις τήν επίσημον Έκκλησίαν οί ύπό τών παλαιοημερολογιτών παρανόμως καί αυθαιρέτως καταληφθέντες κανονικοί ναοί καί αί ύπ’ αυτών παρανόμως καί αυθαιρέτως κα[εχομεναι κανονικοί μοναί.
5) Τήν έκτέλεσιν τών ανωτέρω αποφάσεων αναθέτει είς τούς Υπουργούς Δημοσίας Τάξεως, Δικαιοσύνης, Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας.

Έκδόσαν προς τούτο τήν υπ’ αριθ. 45 παρούσαν πράξιν του.
Ό Πρόεδρος Ό Αντιπρόεδρος Τά μέλη

Ακριβές Αντίγραφον

Έν Αθήναις τη 10] 1] 51
Ό Γραμματεύς του Υπουργικού Συμβουλίου
Σ. Σπυριδάκης

Ακριβές Αντίγραφον
Ό Δ/ντής Θρησκευμάτων

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Σχόλια στην Εκκλησιαστική επικαιρότητα π. Θεόδωρος Ζήσης.

Posted in ΒΙΝΤΕΟ on Μαΐου 28, 2011 by entoytwnika

Η ΥΓΕΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ (1ο ΜΕΡΟΣ)

Posted in ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ on Μαΐου 28, 2011 by entoytwnika

Οι Πατέρες παρομοιάζουν την υγεία του άνθρωπου στην κατάσταση της τελειότητας με την υγεία γιά την οποία ό άνθρωπος είναι προορισμένος άπό τη φύση του. Επομένως, ή τέλειότητα γιά την ανθρώπινη ύπαρξη είναι ή θέωσή της. «Εγκειται στην ίδια τη φύση του άνθρωπου νά γίνει θεός κατά χάρη. Ό Θεός δημιούργησε όντως τόν άνθρωπο «κατ’ εικόνα καί καθ’ όμοίωσίν Του» (Γέν. 1,26). Άπό την αρχή του έδωσε τη δυνατότητα, -εγγράφοντας την στην ίδια τήν ύπαρξη του-, νά ομοιωθεί πλήρως προς Αυτόν. «Έγώ είπα· θεοί έστε […] πάντες», μας καθιστά γνωστό ό Θεός μέ τή φωνή του Ψαλμωδού (Ψαλμ. 81,6). Ό Μέγας Βασίλειος βεβαιώνει ότι ό άνθρωπος «Θεού τε κτίσμα τυγχάν[ει] καί θεός […] κεκέλευσ[ται]». Παρόμοια, ό Άγιος Γρηγόριος ό Ναζιανζηνός γράφει, ότι, «επειδή τεύξεν έόν βροτόν άφθιτος Υιός […]ήμασιν ύστατίοισι Θεώ Θεός ένθεν όδεύση]».
Άπό τή δημιουργία του ό άνθρωπος κατείχε ήδη τήν τέλειότητα σέ κάποιο βαθμό. Κυρίως ως τελειότητα των πνευματικών του δυνάμεων καί ειδικότερα: α) Της διάνοιας του, -της μίμησης του νού [Σ.τ.μ.: όπου δέν υπάρχει ειδικός λόγος, οι όροι νους καί διάνοια θά χρησιμοποιούνται αδιακρίτως] του Θεού, πού του έδινε τήν ικανότητα νά γνωρίζει τό Δημιουργό Του. β) Της ελεύθερης βούλησης του, δημιουργημένης κατ’ εικόνα της βούλησης τον Θεού, πού τόν καθιστούσε ικανό νά προσανατολίζει όλη τήν ύπαρξή του προς Αυτόν, γ) Όλων των δυνάμεων έπιθυμητικών καί άγαπητικών πού άποτελούν δείγματα της θείας αγάπης» καί έχουν άναπαραχθεί στον άνθρωπο επιτρέποντας του νά ενωθεί μέ τό Θεό.
Ή τελειότητα των δυνάμεων αυτών προκύπτει άπό τό γεγονός ότι: α) έχουν δημιουργηθεί άπό τό Θεό κατ’ εικόνα τών ιδικών του ιδιοτήτων καί στον άνθρωπο αποτελούν εικόνα τών θείων δυνάμεων, καί β) συνιστούν τήν ικανότητα του άνθρωπου νά ομοιωθεί καθολοκληρία προς τό Θεό. Σέ κάθε περίπτωση αυτό συμβαίνει μέ τήν προϋπόθεση ότι οι δυνάμεις τον άνθρωπου δέν εκτρέπονται άπό (τόν προσανατολισμό τους προς) τό Θεό, όπως είναι ελεύθερες (νά πράξουν), άλλα κοινωνούν μονίμως καί πλήρως μέ τό Θεό.
Ή σχετική τελειότητα, πού είχε ό άνθρωπος κατά τή δημιουργία του, δέν συνίστατο μόνο στην απλή ικανότητα πού του παρείχαν οι δυνάμεις του νά ένωθεί μέ τό Θεό: ό Αδάμ δημιουργήθηκε πραγματώνοντας ήδη σέ κάποιο βαθμό τήν όμοίωση μέ τό Θεό, τήν αποστολή στην οποία έπρεπε νά πετύχει. Άπό τήν αρχή είχε τροπή προς τό Θεό καί είχε όλες τίς άρετές στην ίδια του τή φύση, πού είχε δημιουργηθεί κατ’ εικόνα Θεού. Ό Άγιος Γρηγόριος Νύσσης γράφει ότι [το] «κατ’ εικόνα Θεού γεγένησθαι τόν άνθρωπον ίσον γάρ έστι […] τω ειπείν, ότι παντός άγαθού μέτοχον τήν άνθρωπίνην φύσιν έποίησεν. […] Ούκούν έστιν έν ήμίν παντός μέν καλού ιδέα, πάσα δέ αρετή καί σοφία, καί πάν ότιπέρ έστι πρό τό κρειττον νοούμενον». Στό ίδιο πνεύμα ό Άγιος Δωρόθεος της Γάζης διδάσκει ότι «κατ’ εικόνα Θεού έποίησεν ό Θεός τόν άνθρωπον […] κεκοσμημένον πάση άρετή». Καί ό Άγιος Ιωάννης ό Δαμασκηνός συμπληρώνει ότι «έποίησεν ό Θεός τόν άνθρωπον […] πάση άρετή κατηγλαϊσμένον, πάσιν άγαθοίς κομώντα». Παρόμοια, ό Άγιος Μάξιμος σημειώνει ότι «έγκεινται γάρ ήμίν [Σ.τ.μ.: Είναι σύμφυτες μέ τήν ψυχή μας] έκ δημιουργίας [αί άρεταί]».
Άπό τή φύση του λοιπόν ό άνθρωπος είναι ενάρετος. Ό ‘Άγιος Δωρόθεος της Γάζης προσδιορίζει: «φυσικώς γαρ έχομεν τάς άρετάς παρά Θεοϋ δοθείσας ήμίν. ‘Άμα γάρ έποίησεν ό Θεός τόν άνθρωπον, ένέσπειρεν αυτώ τάς άρετάς». Καί συμπληρώνει ότι «»Ωστε φυσικώς έδωκεν ήμίν ό Θεός τάς άρετάς». Ό ‘Άγιος Ισαάκ ό Σύρος παρατηρεί ότι «η αρετή φυσικώς εστίν έν τη ψυχή». Παρόμοια, ο Άγιος Ιωάννης ό Δαμασκηνός γράφει ότι «φυσικαί εισίν αι αρεταί και φυσικώς καί επίσης πάσιν ένυπάρχουσιν». Οι Πατέρες, υπογραμμίζοντας ειδικότερα το γεγονός οτι οι αρετές είναι σύμφυτες μέ τήν ίδια τή φύση του άνθρωπου, καί όχι ιδιότητες επιπρόσθετες στή φύση κατά τόν ένα ή τόν άλλο τρόπο, παρουσιάζουν σ’ αυτό τό θέμα μια δυναμική σύλληψη: οί αρετές δέ δίδονται στόν άνθρωπο πλήρως απαρτισμένες [Σ.τ.μ.: σέ τέλειο βαθμό]· ανήκουν στη φύση του, μόνο όσο ή επιτέλεση τους περιλαμβάνεται στό σκοπό της φύσης του άνθρωπου καί όσο συμβάλλουν στήν πραγμάτωση και τήν τελείωση της φύσης. Ή επιτέλεση τών αρετών όμως προϋποθέτει τήν ενεργό συμμετοχή του άνθρωπου στό σχέδιο του Θεού, τη συνεργασία όλων τών δυνάμεών του μέ το θείο θέλημα καί τό ελεύθερο άνοιγμα της όλης ύπαρξής του στή θεία Χάρη. Ό άνθρωπος πλάσθηκε μέ τή δυνατότητα επιτέλεσης τών αρετών καί αρχίζοντας νά τίς επιτελεί. Κατείχε τίς αρετές έν σπέρματι. Ήταν ευθύνη του να τις αυξήσει, γιά νά τίς οδηγήσει στήν τελείωση τους. Μ’ αυτή τήν έννοια, οί Πατέρες κατανοούν τή θεία εντολή πού δόθηκε στόν Αδάμ καί τήν Εύα: «Αύξάνεσθε και πληθύνεσθε» (Γεν. 1,28). Γι’ αυτό λέγουν, ότι στόν παράδεισο ό άνθρωπος, ως νήπιο, ήταν πολύ μικρός καί όφειλε αναπτυσσόμενος νά ένηλικιωθεί. Νά λοιπόν γιατί, γιά νά εκφράσει τό δυναμικό χαράκτηρα της απόκτησης των αρετών και της θέωσης, η πλειονότητα τών Πατέρων διακρίνει τήν εικόνα άπό τήν ομοίωση, με διαφοροποιούμενο τόν Άγιο Γρηγόριο Νύσσης. Σύμφωνα μέ αύτη τή διάκριση, ή εικόνα του Θεού στόν άνθρωπο προσδιορίζει τό σύνολο τών δυνατοτήτων επιτέλεσης της ομοίωσης, τό δυναμικό χαρακτήρα της, προς τό Θεό, ομοίωσης. Ένώ ή ομοίωση συνίσταται στήν πραγμάτωση της εικόνας, δηλαδή αποτελεί τήν ανάπτυξη της εικόνας, -σύμμορφης προς την όλη φύση της, και έγκειται στην επιτέλεση της τελείωσής της. ‘Ενώ ή εικόνα είναι ενέργεια [Σ.τ.μ.: δηλ. πραγματική, υφίσταται], ή ομοίωση είναι δυνάμει [Σ.τ.μ.: δηλ. δυνατόν νά επιτελεστεί], δηλαδή μπορεί νά πραγματοποιηθεί μέ τήν ελεύθερη συμμετοχή του άνθρωπου στη θεουργό Χάρη του Θεού. Ό Μέγας Βασίλειος εξηγεί: «»Ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ήμετέραν καί καθ’ όμοίωσίν» τό μέν τη κτίσει έχομεν τό δέ έκ προαιρέσεως κατορθούμεν. Εν τη πρώτη κατασκευή συνυπάρχει ήμιν το κατ΄ εικόνα γεγένησθαι Θεού έκ προαιρέσεως ήμίν κατορθούται τό καθ’ όμοίωσίν είναι Θεού. Τούτο δέ τό κατά προαίρεσιν, δυνάμει ήμίν ενυπάρχει· ενεργεία δέ έαυτοίς έπάγομεν. Ει μή προλαβών είπεν ό Κύριος ποιών ημάς «Ποιήσωμεν και «καθ’ όμοίωσίν», εί μη τήν του γενέσθαι καθ’ όμοίωσίν δυνάμιν ήμίν έχαρίσατο, ούκ άν τή εαυτών εξουσία την προς Θεόν όμοιωσιν έδεξάμεθα. Νύν μέντοι δυνάμει ημάς εποίησεν όμοιωτικούς Θεώ. Δύναμιν δέ δούς προς τό όμοιούσθαι Θεώ, άφήκεν ημάς έργάτας είναι της προς Θεόν όμοιώσεως, ίνα ημέτερος ή της εργασίας ό μισθός, ίνα μή ώσπερ εικόνες ώμεν παρά ζωγράφου γενόμεναι, εική κείμεναι, ίνα μή τά της ημετέρας όμοιώσεως άλλω έπαινον φέρη. «Οταν γάρ τήν εικόνα ίδης ακριβώς μεμορφωμένην προς τό πρωτότυπον, ου τήν εικόνα επαινείς, άλλα τόν ζωγράφον θαυμάζεις. Ίνα τοίνυν τό θαύμα έμόν γένηται καί μή άλλότριον, έμοί κατέλιπε τό καθ’ όμοίωσίν Θεού γενέσθαι. Κατ’ εικόνα γάρ έχω τό λογικός είναι, καθ’ όμοίωσίν δε γίνομαι έν τώ Χριστιανός γενέσθαι» (ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Ανθρώπου Κατασκευή, 1, 16).
Μέ παρόμοιο τρόπο ό Αγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός εξηγεί τήν αναγκαιότητα της συμμετοχής του ανθρώπου στήν πρόσκτηση [Σ.τ.μ.: αύξηση της υπάρχουσας, της αρχικής] της δωρεάς, πού κάνει ό Θεός γράφοντας: «ή ψυχή της άνω δόξης κληρονομήσειεν […] καί αρετής άθλον, άλλά μη Θεού δώρον μόνον, έχη τά έλπιζόμενα, καί τούτο δέ ήν άρα της άκρας άγαθότητος, ποιήσαι τό αγαθόν καί ήμέτερον, ού φύσει μόνον κατασπειρόμενον, άλλα καί προαιρέσει γεωργούμενον» (ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ, Λόγος 2, 17).
Οί Πατέρες, πού διακρίνουν τήν εικόνα άπό τήν ομοίωση, προσαρτούν τίς αρετές στήν ομοίωση, καί θέλουν νά δείξουν μ’ αυτό ότι οί αρετές πρέπει νά αποκαλύπτονται καί νά αναπτύσσονται δυναμικά μέ τήν ενεργό συμμετοχή καί τή διαρκή συνεργασία του άνθρωπου μέ τή θεουργό Χάρη της Αγίας Τριάδος. Δέ θά έπρεπε νά αντιστοιχήσουμε ωστόσο στή διάκριση εικόνας – ομοίωσης τή διάκριση φύσης-«ύπέρ φύσιν», όπου ή ομοίωση θά αποτελούσε τό «υπέρ φύσιν», πού μέ τή Χάρη του Θεού θά προσετίθετο στή φύση. Μιά φύση, πού θά μπορούσε νά συλλαμβάνεται νοητικά, ανεξάρτητα άπό τήν ομοίωση καί θά συνιστούσε τήν εικόνα. Κατά τους Πατέρες όμως, στόν άνθρωπο είναι φυσική όχι μόνο ή εικόνα, άλλα εξίσου καί ή ομοίωση: έγκειται στήν ίδια τήν ανθρώπινη φύση νά ομοιωθεί προς τό Θεό, έγκειται σ’ αυτή τή φύση τής εικόνας νά επιτύχει τήν τελείωση της μέ τήν επιτέλεση ομοίωσης. Και το επαναλαμβάνουμε, ό άνθρωπος δημιουργήθηκε πραγματώνοντας ηδη εκ φύσεως αύτη την ομοίωση δυνάμει τής εικόνας. Η ομοίωση δέν είναι μιά εξωτερική πρόσθεση ή προσθήκη σέ μία φύση, πού θά μπορούσε νά υπάρχει φυσιολογικά καί ανεξάρτητα άπό αυτήν (δηλ. την όμοίωση). Ομοίωση είναι η ανάπτυξη της δεδομένης φύσης μέσα στην είκόνα. Μέσω της εικόνας του Θεού, πού υπάρχει μέσα του, ό άνθρωπος είναι έκ φύσεως δυνάμει τέλειος, είναι εκ φύσεως προικισμένος με τήν ικανότητα να πραγματώνει αυτό τό «έν δυνάμει», νά ομοιάσει στό Θεό. Αυτός άλλωστε είναι ό φυσιολογικός σκοπός της ύπαρξης του, ό φυσιολογικός προορισμός τής ίδιας του της φύσης. Καί αυτό είναι τό νόημα τών θείων εντολών: «Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε» (Γέν. 1,28)· «’Έσεσθε μοι άγιοι, οτι έγώ άγιος είμι»· (Λευιτ. 20,26)· «’Έσεσθε ούν ύμείς τέλειοι, ώσπερ ό πατήρ ύμών ό έντοίς ούρανοίς τέλειος εστίν» (Ματθ. 5,48). Θά μπορούσαμε λοιπόν νά πούμε ύπό δυναμική έννοια, οτι ό άνθρωπος είναι έκ φύσεως θεόμορφος.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

ΠΩΣ ΞΕΚΙΝΗΣΕ Η ΔΙΑΣΠΑΣΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ (27ο ΜΕΡΟΣ)

Posted in ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΡΘΡΑ on Μαΐου 25, 2011 by entoytwnika

Εν τω μεταξύ την σκυτάλη του Αρχιεπισκοπού θρόνου των Αθηνών ανέλαβε ο Σπυρίδων Βλάχος. Αναφερόμενος ο .Αρχιεπ/πος Σπυρίδων, κατά την πρώτην συνεδρίαν της ΙΣΙ, της το παλαιοημερολογιτικόν ζήτημα, ως τούτο ενεφανίζετο κατά την εποχήν της αναρρήσεως αυτού εις τον Αρχιεπ/κόν θρόνον, έλεγεν ότι εύρεν ούτος τούτο «εις κατάστασιν αυτόχρημα γαγγραίνης».
Ιδού πώς εν επισήμω συνοδικώ ανακοινωθέντι περιγράφεται η κατάστασις αύτη απο τον ίδιο:

«Ουδείς νόμος ίσχυε και ουδεμία απαγορευτική διάταξις επεβάλλετο εις αυτούς (τους παλαιοημερολογίτας). Καθηρημένοι δι’ επαισχύντους πράξεις παρά της επισήμου Εκκλησίας εξηκολούθουν εμφανιζόμενοι ως ιερείς δι’ απλής προσχωρήσεως εις τον παλαιοημερολογιτισμόν, χοιροβοσκοί ετέλουν Επισκοπικά καθήκοντα και εξωμόται είχον το θράσος να κηρύττωσι σχισματικούς απαξάπαντας τους ορθοδόξους Έλληνας χριστιανούς και άκυρον το βάπτισμα αυτών, αξιούντες να χρίωσιν αυτούς εκ νέου δι’ «ορθοδόξου», κατ’ αυτούς, μύρου, αγνώστου προελεύσεως. Καθ’ ον χρόνον ναοί και παλαιαί ιστορικαί Μοναί, σεμνώματα της ορθοδόξου Ελληνοχριστιανικής παραδόσεως, έκλειον τας πύλας των και κατηρειπούντο λόγω των γνωστών συνθηκών, ως μύκητες εξεφύτρωνον και κατεσπίλουν το ιερόν εδάφιον της ενδόξου γης δήθεν «Ναοί» και «Μοναί» παλαιοημερολογιτικαί, εν τη πραγματικότητι δε καταγώγια και λησταρχεία, άνευ ουδενός ελέγχου και ουδεμιάς ουδαμόθεν αδείας» («Εκκλησία» 1953 σ. 49.).

Αυτά όμως λέγει ο Σπυρίδων Βλάχος. Ας δούμε όμως τα γεγονότα απο αυτόπτη μάρτυρα των γεγονότων της εποχής εκείνης.

«Ο Σπυρίδων επεσκέφθη τον πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομον, μετά του οποίου συνεδέετο (παλαιότερα) απο μακρού χρόνου αδελφικής φιλίας, διότι εκτός των άλλων τους είχον συνδέσει κοινοί αγώνες δι΄ αδελφικής φιλίας, διότι εκτός των άλλων τους είχον συνδέσει κοινοί αγώνες εν Μακεδονία και αλλαχού κατά των βαρβάρων κατακτητών, και είπε προς αυτόν τα εξής
«Χρυσόστομε, η Εκκλησία μας έκαμε Πρίγκιπας, πρέπει να φροντίσωμεν να διαλύσωμεν την Μονήν της Κερατέας (εις την οποία εκείνην την εποχή έγιναν μεγάλα σκάνδαλα), η οποία δεν είναι κέντρον ευσεβείας, αλλά κέντρον εκμεταλλεύσεως… κατόπιν θα εύρωμεν λύσιν επι του παλαιοημερολογίτικου ζητήματος….»
Ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος και η παρ΄ αυτώ Ιερά Σύνοδος, επίστευσαν εις τους λόγους του Αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος, ότι πράγματι ενδιαφέρεται δια την ενότητα της πίστεως και την τήρησιν των Ιερών Κανόνων και ότι όντως επιθυμεί την διάλυσιν της παρατάξεως των αντικανονικών Επισκόπων, παρακινούμενος εξ΄ ενθέου ζήλου προς τους Θείους και Ιερούς Κανόνας, οίτινες παρεβιάσθησαν δια των αντικανονικών χειροτονιών.
Όμως άλλος ήτο ο πραγματικός του σκοπός, ως εκ των υστέρων αποδείχθει. Σκοπός του ήτο η δίωξις σύμπαντος του κόσμου των παλαιοημερολογιτών και δή της πνευματικής ηγεσίας αυτών. Τούτο κατεδηλώθη κατά τους σφοδρούς διωγμούς, συνισταμένους εις εξορίας, και εις κλείσιμον των ιερών Ναών των υπαγομένων εις τον πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομον».
(Καραμήτσου – Γαμβρούλια »Η ΑΓΩΝΙΑ ΕΝ ΤΩ ΚΗΠΩ ΓΕΣΘΗΜΑΝΗ σελ. 235-236).

Το παράδοξον και περίεργον είναι ότι εκινήθη εντελώς αντίθετα απ΄ ότι υπεσχέσθη εις τον πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομο. Η μονή της Κερατέας υφίστατο και ελειτούργει ανενοχλήτως και μετά την αποκάλυψιν των τότε σκανδάλων! Τότε ο πρ. Φλωρίνης αντιλαμβανόμενος την κοροιδίαν υπό του Αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος και τους διωγμούς εις τους οποίους προέβη, ανακοίνωσε την έκδοσιν της ενωτικής 13/26-9-1950 Εγκυκλίου υπ΄ αριθ. 13 αναφέροντας τα εξής

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΑΡ. 13,

«Προς τους ευλαβέστατους Ιερείς της καΘ’ ημάς
άγιωτάτης Εκκλησίας των Γνησίων ΌρΘοδ. Χριστιανών

Τέκνα έν Κυρίω αγαπητά
Χάρις ύμίν και ειρήνη παρά Θεού, παρ’ ημών δε ευχή και ευλογία
Ή Ιερά Σύνοδος της καθ’ ημάς Άγιωτάτης Εκκλησίας, Λαβούσα ύπ’ όψιν πληροφορίας, καθ’ ας τινές των ευλαβέστατων ιερέων ημών άμελούσι τήν έκπλήρωσιν τών καθηκόντων αυτών βάσει τών Θείων και Ιερών Κανόνων και της ύφ’ ημών δοθείσης ομολογίας κατά το σωτήριον έτος 1935, προαγόμεθα όπως υπόμνήσωμεν πάσιν αύτοίς τά ακόλουθα:
Κατά το σωτήριον έτος 1935 έκηρύξαμεν τήν Έκκλησίαν τών Καινοτόμων νεοημερολογιτών σχισματικήν. Έπαναλαμβάνομεν και αύθις τήν τοιαύτην διακήρυξιν και κατά συνέπειαν έντελλόμέθα τήν έφαρμογήν τοϋ Α’ Κανόνος του Μεγάλου Βασιλείου δεδομένου δτι τά υπό τών νεοημερολογιτών τελούμενα Μυστήα, ως σχισματικών όντων τούτων, στερούνται της αγιαστικής χάριτος.
Ωσαύτως ούδένα νεοημερολογίτην δέον νά δέχησθε εις τους κόλπους της καθ’ ημάς Άγιωτάτης Εκκλησίας και κατά συνέπειαν νά έξυπηρετήτε τούτον, άνευ προηγουμένης ομολογίας δι’ ής νά καταδικάζη ούτος τήν καινοτομίαν τών νεοημερολογιτών και νά κηρύσση τήν Έκκλησίαν τούτων σχισματικήν. Προκειμένου δε περί βαπτισθέντων υπό τών καινοτόμων νά μυρώνωνται δι’ Αγίου Μύρου, ορθοδόξου προελεύσεως, τό όποιον ευρίσκεται έν άφθονία παρ’ ημίν.
‘Επι ταύτη δε την εύκαιρία, άπευθύνομεν προς πάντας τους Γνησίους Όρθοδόξους Χριστιανούς υστάτην έκκλησιν καλούντες αυτούς πατρικώς, όπως προσέλθωσιν είς ένωσιν μεθ’ ημών, ην επιβάλλει τό συμφέρον του ίερού υπέρ της πατρώας εύσεβείας ημών αγώνος και αποτελεί τόν διακαή πόθον πάντων ημών.
Προσκαλούντες δε υμάς, αίρομεν τά έξ υπαιτιότητας ημών δημιουργηθέντα σκάνδαλα και προς τούτο άνακαλούμεν και άποκηρύσσομεν πάν ό, τι άπό του έτους 1937 έως σήμερον έγράφη και ελέχθη ύφ’ ημών, διά κηρυγμάτων, διασαφήσεων, δήμοσιευμάτων, και εγκυκλίων, άπάδον και άντιστρατευόμενον προς τάς αρχάς της Όρθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας του Χριστού και ύφ’ ημών διεξαγόμενου Ίερού Αγώνος υπέρ της Όρθοδοξίας, ούτινος τό κήρυγμα περιλαμβάνεται έν τη έκδοθείση έγκυκλίω υπό της Ιεράς Συνόδου κατά τό έτος 1935 άνευ ουδεμιάς προσθήκης και αφαιρέσεως και αυτόν τόν έπιστημονικόν όρον «Δυνάμει και ενεργεία».
Ταύτα πάντα δηλούμεν δι΄ ύστάτην φοράν, χάριν τών σκανδαλισθέντων χριστιανών, ων έπιθυμούμεν τήν ψυχικήν σωτηρίαν και έπ’ εύκαιρίας διακηρύσσομεν, ότι πάντες ήμείς δέον νά φυλάσσωμεν τήν ύφ’ ημών δοθείσαν όμολογίαν έν έτει 1935 άκεραίαν μέχρι τέλους της ζωής ημών επικαλούμενοι τό έλεος του Θεού διά πάσαν παρέκκλισιν.

Στώμεν όθεν καλώς
Μετ’ ευχών Διαπύρων
Ή Ιερά Σύνοδος
Ό Πρόεδρος Ό πρώην Φλωρίνης ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
τά μέλη Ό Κυκλάδων ΓΕΡΜΑΝΟΣ,
Ό Χριστιανουπόλεως ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ,
Ό Διαυλείας ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ»

Η Εγκύκλιος αυτή ήταν ενωτική. Διό εγράφη εν πνεύματι οικονομίας και συγκαταβάσεως προς ένωσιν, ο δε λόγος ταύτης εμφανίζεται αμφίνοος και αναιρών τα πρόδηλα δι΄ υποδηλουμένων. Η εν αυτή δήλωσις εμμονής εις την ομολογίαν του 1935 και εις τας «αρχάς της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας του Χριστού», βεβαίως, αναιρεί τα εν τη Εγκυκλιώ ορθοδόξως απάδοντα. Δηλαδή το ότι «τα υπό των νεοημερολογιτών τελούμενα Μυστήρια» «στερούνται της αγιαστικής Χάριτος», το ότι οι προσερχομένοι εις την ένστασιν καινοτόμοι δέον όπως αναμυρώνωνται και την ανάκλησιν του όρου «δυνάμει και ενεργεία». Εφ΄ όσον το κήρυγμα της Εγκυκλίου του 1935 όπως λαμβάνεται «άνευ ουδεμίας προσθήκης και αφαιρέσεως», έπεται ότι ισχύει η ομολογία ταύτης, η κηρύττουσα «την Εκκλησίαν των καινοτόμων νεοημερολογιτών σχισματικήν» δυνάμει. Δηλαδή ότι η Εκκλησία αύτη, ηγούν η καινοτόμος Ιεραρχία, εκηρύχθη σχισματική αφ΄ εαυτής και υπό των Ορθοδόξων ενισταμένων, όχι όμως εισέτι και παρά του αρμοδίου πρός τούτο εκκλησιαστικού οργάνου, ήτοι της πανορθοδόξου Συνόδου, ή των απανταχού κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών δι΄ αποφάσεων αυτών εν ομονοία Ορθοδοξίας.
Συνεπώς το πνεύμα της Εγκυκλίου του 1950 συμφωνεί βασικώς προς τα κείμενα της Διαμαρτυρίας και Δηλώσεως του 1935. Ούτω τα εν τη Εγκυκλίω του 1950 λεγόμενα αορίστως «σκάνδαλα» προδήλως δεν αναφέρονται εις την πίστιν, αλλά εις την οικονομίαν του λόγου των γραφέντων και λεχθέντων «απο του έτους 1937 εως σήμερον», ήτοι του 1950. Διο και το νέον στοιχείον περί αναμυρώσεως των προσερχομένων εκ της καινοτομίας, εν τη πράξει παρέμεινεν ανενέργητον, όσον αφορά εις τον πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομον.
Αυτό βεβαίως ομολογούν και οι ίδιοι οι αντικείμενοι προς τον πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομον. Ομολογούν οι ίδιοι ότι ο πρ. Φλωρίνης «αυτήν την Εγκύκλιον του 1950» «ποτέ δεν την εφάρμοσε». Ούτος, λέγουν, «ποτέ δεν επίστευσεν» εις αυτήν ως και οι προς τούτον αντιλέγοντες, ήτοι εν τω πνεύματι του ενεργεία, «αλλά και επανήλθε» κατ΄αυτούς «εις την προτέραν» «κατάστασιν» του δυνάμει. Ο Φλωρίνης, τονίζουν, «δεν επίστευσεν» ότι οι ΓΟΧ «είναι ιδιαιτέρα Εκκλησία» αλλά υποστήριζεν, ότι ούτοι αποτελούσι την αλύμαντον (αβλαβή και σώα) πλευρά και φρουρά πίστεως εντός της εν Ελλάδι Εκκλησίας (Ιερομονάχου Αμφιλοχίου «Γνώσεσθαι την αλήθειαν» Αθήναι 1984 σ. 20-23). Διό τον Δεκέμβριον του ιδίου έτους, 1950, ο πρώην Φλωρίνης δηλώνει και εις την Φωνήν της Ορθοδοξίας και εις την εφημερίδα Βραδυνή, ότι αμυνόμενος έπραξε τούτο, δηλαδή υπέγραψε την Εγκύκλιον του 1950. Το αυτό δέ επανέλαβε και εν έτει 1953. Ο σκοπός του ήτο όπως ενώση τούτους (ΓΟΧ) όντας διηρημένους. Ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος και οι λοιποί μετ΄ αυτού Αρχιερείς προέβησαν εις την έκδοσιν της ανωτέρω Εγκυκλίου, αγωνιώντες δια την ενότητα του παλαιοημερολογίτικου κόσμου και ενδιαφερόμενοι δια την ακρίβεια της πίστεως, εν΄ όψει δέ και των προβλεπομένων διωγμών, τους οποίους έπρεπε να αντιμετωπίση σθεναρώς και ηνωμένος ο κόσμος των ΓΟΧ.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

ΠΩΣ ΞΕΚΙΝΗΣΕ Η ΔΙΑΣΠΑΣΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ (26ο ΜΕΡΟΣ)

Posted in ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΡΘΡΑ on Μαΐου 24, 2011 by entoytwnika
Μόνο ο Τόμπρος ήταν ικανός να τους παρασύρει εις αυτά τα ευτράπελα των χειροτονιών των Ματθαικών! Προσπάθησε επίσης δια τινων πραγματειών του να αποδείξη (δικαιολογήση) το κανονικόν των απαραδέκτων χειροτονιών, δικαιολογούμενος ότι υπήρξε διωγμός. Ο ίδιος όμως εν υπομνήματί του δημοσιευθέντι εν τη εν Αθήναις εκδιδομένη ημερησία εφημερίδι «Εθνικός Κήρυξ» της 6 Ιουλίου 1948, ανέγραψε (και ανεγνώριζε) ότι υπήρχαν πέντε Ορθόδοξοι Επίσκοποι, πως λοιπόν δικαιολογείται η περίπτωσις του διωγμού;
Και δια ποιόν λόγον προέβη εις τοιαύτην αντικανονικήν πράξιν (των χειροτονιών), ενω θα έπρεπε να επιχειρησθή πρότερον η απο κοινού συνεννόησις μετά των λοιπών Επισκόπων; Είναι ηλίου φαεινότερον (αλλά και απο τις επιστολές του τις οποίες θα δημοσιεύσουμε) ότι εξυπηρετούσε τα κελεύσματα των »Νεοημερολογιτών», που έτριβαν τα χέρια τους απο χαρά βλέποντας ότι δεν πήγε χαμένη η απονομή χάριτος που του έδωσαν, αλλά και ποιός ξέρει μετά την αποφυλάκισίν του τι εντολές του έδωσαν!!!

Εν τω μεταξύ ο Επίσκοπος Κυκλάδων Γερμανός Βαρυκόπουλος εύρίσκεται κατά τάς ψυχράς ημέρας του χειμώνος του έτους 1948 έν ταίς φυλακαίς Χατζηκώστα τής οδού Πειραιώς.
Το έγκλημά του ήτο ότι έχειροτόνησεν Ιερείς παλαιοημερολογίτας.
Μετά την αποφυλάκισίν του ό Επίσκοπος Κυκλάδων Γερμανός προσεχώρησεν εις την Σύνοδον του πρ. Φλωρίνης Χρυσοστόμου και αποτέλεσε μέλος αυτής.

Την 14ην Μαίου 1950 απέθανεν ο Επίσκοπος Βρεσθένης Ματθαίος Καρπαθάκης. Η αλήθεια είναι ότι ο Επίσκοπος Βρεσθένης ειργάσθη δια την Ορθοδοξίαν και την καλλιέργειαν του Μοναχικού ιδεώδους. Όμως το περιβάλλον αυτού ήτο το οποίο εδημιούργει (σκοπίμως;;) την διέγερσιν κοινού μεταξύ των πολλών μίσους, ως και μίσους κατά παντός μη ανήκοντος εις το περιβάλλον αυτών! Ποιό ήτο το περιβάλλον του; Ο Ευγένιος Τόμπρος και η Μαριάμ Σουλακιώτου! Λίγο πριν την κοίμηση του Βρεσθένης, ο πρ. Φλωρίνης προσπάθησε πολλάκις να τον συναντήσει εις την Μονήν της Κερατέας, αλλά η ηγούμενη Μαριάμ Σουλακιώτου και ο διαμόνιος Ευγένιος Τόμπρος, έμπαιναν συνεχώς εμπόδιο ακόμη και σε προσπάθειες καταλλαγής και ένωσης που είχαν προηγηθεί. Τελικά ο πρ. Φλωρίνης τα κατάφερε ολίγο διάστημα προ της κοιμήσεως του Βρεσθένης (14 Μαΐου 1950), να τον συναντήσει στην επιθανάτια κλίνη όπου και συγχωρέθηκαν αμφότεροι. Σε εκείνη την ιερή στιγμή επενέβει δια ακόμη μία φορά η ηγουμένη και τους εχώρισε βιαίως δείχνοντας εις τον πρ. Φλωρίνης την έξοδο, μη σεβόμενη ούτε καν την Αρχιερωσύνη του.
Μετά και τον θάνατο της Μαριάμ, ο Τόμπρος έγινε ο ηγέτης των Ματθαικών προσλαμβάνοντας εξ΄ ιδίων κριτηρίων »’Νεοημερολογίτας» «Θεολόγους» και τους εξεπαίδευε στις συκοφαντίες κατά των «Φλωριναίων».

Πρίν συνεχίσουμε όμως την μελέτη μας ας δούμε τα κείμενα της «μετανοίας», του όποτε ήθελε Νεοημερολογίτη και όποτε πάλιν ήθελε παλαιοημερολογίτη Ευγένιου Τόμπρου. Σημειωτέον ότι μετά απο αυτές τις δηλώσεις μετανοίας, άγνωστον πως, ανεχώρησεν εις Αθήνας και προσεχώρησε στην Κερατέα πλησιάζοντας τον Ματθαίο Καρπαθάκη. Τα υπόλοιπα ήδη τα προαναφέραμε.
Ας δει ο αναγνώστης το ποιός ήτο ο κύριος υποκινητής, αλλά και αίτιος της σπιλώσεως του δικαίου αγώνος των παλαιοημερολογιτών.

ΠΑΤΗΣΤΕ ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΔΙΑ ΝΑ ΤΙΣ ΔΕΙΤΕ ΚΑΛΥΤΕΡΑ