Αρχείο για Νοέμβριος, 2011

Διάλογοι περί Οικουμενισμού (α΄μέρος)

Posted in ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ on Νοέμβριος 24, 2011 by entoytwnika

ΚΑΤ’ ΑΡΧΑΣ, είπεν εγερθείς ο παπα-Νεόφυτος, εκφράζω την βαθείαν μου θλίψιν, διότι η Ιερά ημών Σκήτη παρουσιάζεται διχασμένη απο την ανατολήν ήδη του 1966. Συνεχίζω να φρονώ, ώς εδήλωσα και παλαιότερον, ότι η αιτία μιάς τοιαύτης διαιρέσεως δεν ήτο, ουδέ είναι, τόσον σοβαρά, ώς εκλαμβάνεται υπό τινων αδελφών. Δεν επιτρέπεται επ΄ ουδενί λόγω να διχαζώμεθα (σ.σ. ομιλούν για την περίοδο του διχασμού δια τα οικουμενιστικά ανοίγματα του Πατριάρχου Αθηναγόρα), ενώ θα έλθη οπωσδήποτε η ώρα της απο κοινού δράσεως και αντιδράσεως. Θα γνωρίζης ασφαλώς παπα-Θεόδουλε, ότι τα της Εκκλησίας και Αυτήν την ιδίαν διακρίνει η τάξις. Συνεπώς, δεν θα έπρεπε να αναμείνη η πανοσιότης σου, ώς και οι ακολουθήσαντες σε πατέρες, ώστε συγχρόνως μεθ΄ ημών, οίτινες αναμένομεν παρατηρούντες και εξετάζοντες, να εγερθώμεν κατά των κενοφωνούντων (οικουμενιστών); Δεν θα έπρεπε, επίσης, άμα τή εγέρσει των επισκόπων, οίτινες ώς <<αξιωματικοί>> της Εκκλησίας καθορίζουν και τον χρόνον της <<επαναστάσεως>>, να ηκολουθεί και η ιδική μας εξέγερσις, ώστε πάντες <<μιά ψυχή, συναθλούντες>> να δώσωμεν το παρόν και ουχί έκαστος κατά το δοκούν; Διότι, τώρα, σας ερωτώ, με την διακοπή του <<μνημοσύνου>>, και την διακοπήν της μεθ΄ ημών κοινωνίας, πρό της αποφάσεως της Εκκλησίας, δεν ευρίσκεσθε εκόντες άκοντες έν επαναστάσει και ανταρσία;

Η απάντησις του παπα-Θεοδούλου ηκολούθησεν ήρεμος και πραεία

_Συμφωνώ
, είπεν, ότι οι επίσκοποι αποτελούν τους <<αξιωματικούς>> και <<στρατηγούς>> άν επιθυμήτε, έν τη Εκκλησία, ουδόλως όμως παραδέχομαι ότι ΜΟΝΟΝ αφού εγερθούν εκείνοι πρώτον, δικαιούμεθα ακολουθούντες ημείς, να αντιδράσωμεν κατά της α΄ ή β΄ κηρυττομένης αιρέσεως. Διότι, σας ερωτώ, εάν εκείνοι ΔΕΝ ΕΓΕΡΘΟΥΝ πρέπει να σιγώμεν, πρέπει ν αδρανώμεν και ημείς αναμένοντες υποτιθεμένας εξεγέρσεις; Ασφαλώς δεν θα αγνοή η πανοσιότης σου ότι πολλάκις έν τη ιστορία της Εκκλησίας η ακρίβεια του πιστεύω Της και η σωστική αντίδρασις κατά των παραβάσεων είς τά της πίστεως και κανονικής τάξεως θέματα, συνήθως, ουχί υπό επισκόπων, και καθ΄ ημάς <<αξιωματικών>>, ετηρήθη!
Θα σας αναγνώσω ευθύς αμέσως απόσπασμα έκ της Εικονομαχικής έριδος, συγγραφέν υπό ουχί φιλίως πρός τον Μοναχισμόν διακείμενον συγγραφέα, ένθα περιτράνως και εκφραστικώτατα επιβεβαιούνται τα ανωτέρω.

Επλησίασε έν συνεχεία τον π. Παίσιον και αφού έλαβε τον φάκελο των σημειώσεων, τον οποίον εκείνος εκράτει, εδιάλεξε ένα τετράγωνο φύλλο χάρτου, έκ του οποίου ανέγνωσε ζωηρώς
<<Όλοι οι επίσκοποι του Βυζαντινού Κράτους εδέχθησαν τάς αποφάσεις της Συνόδου, (του 754, Εικονομαχικής), διότι πολλοί έξ αρχής ήσαν εικονομάχοι, πολλοί τοιούτοι είχον έν τω μεταξύ διορισθή, οι δέ άλλοι ηναγκάσθησαν να υποκύψωσιν. Αντίδρασις κατά της Εικονομαχίας εντός του Βυζ. Κράτους παρουσιάσθη κυρίως ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ, διά τούτο ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος έλαβε μέτρα κατά του μοναχικού βίου…>> (Εκκλ. Ιστ. Στεφανίδου, σελ. 259, έκδ. β΄).
Επίσης, συνέχισεν ο π. Θεόδουλος πρίν ή συνέλθη τώ 787 ή Ζ΄ Οικ. Σύνοδος έν Νικαία, συνήλθεν έν έτος προηγουμένως έν Κων/λει, <<έν τώ Ναώ των Αγίων Αποστόλων, έκ δε του γυναικωνίτου η Αυτοκράτειρα Ειρήνη και υιός αυτής Κωνσταντίνος παρηκολούθουν τάς εργασίας αυτής. Οι ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ επίσκοποι και ο στρατός ήσαν εικονομάχοι προυκλήθησαν ταραχαί και η Σύνοδος διελύθη… (Αυτ.). Επίσης η δευτέρα εικονομαχική Σύνοδος συνήλθε έν Κων/λει τώ 815 υπό τον Πατριάρχην Θεόδωρον, η οποία ακύρωσε την Ζ΄ Οικ. Σύνοδον, αποκατέστησε το κύρος της πρώτης εικονομαχικής Συνόδου (754) και αφώρισε τους διαφωνούντας επισκόπους. Οι Ορθόδοξοι αντέδρασαν. Επικεφαλής αυτών ίστατο ο Θεόδωρος ο Στουδίτης (Κάτι παρόμοιον σχεδόν παρατηρείται και είς τα τραγικά γεγονότα της Φλωρεντινής Συνόδου (1438-9). Η ψευδής ένωσις της Φλωρεντίας πρός καιρόν εδίχασεν την Ορθόδοξον Ανατολήν. Ο αυτοκράτωρ, οι αυλικοί, οι ανώτεροι αξιωματούχοι της κοινωνίας, οι διανοούμενοι, ο Πατριάρχης Κων)πόλεως και οι πλείστοι των επισκόπων απετέλουν την παράταξιν των Ενωτικών. Οι ιερείς, οι μοναχοί, αί μοναχαί και ο λαός, ο φύλαξ ούτος της Ορθοδοξίας, ετάχθησαν ανεπιφυλάκτως υπό την σημαίαν του αποφασισμένου αρχηγού Μάρκου του Ευγενικού).
Ιδού ή έν προκειμένω γνώμη του μεγάλου πατρός.

Ώστε ότε περί πίστεως ο λόγος, ούκ έστιν ειπείν εγώ τις είμι; Ιερεύς; άλλ΄ ουδαμού. Άρχων, και ούδ΄ ούτως. Στρατιώτης; και πού; Γεωργός; και ούδ΄ αυτό τούτο. Πένης, μόνον την εφήμερον τροφήν ποριζόμενος. Ουδείς μοι λόγος και φροντίς περί του προκειμένου. Ουά, οι λίθοι κράξουσι και σύ σιωπηλός και άφροντις; (PG. 99, 1321 B).
Ώς βλέπετε ΠΑΝΤΕΣ υπάρχομεν έν ευθύνη και πάντες θα λογοδοτήσωμεν διά τυχόν ολιγωρίαν και αμέλειαν…

Μετά τους λόγους του παπα-Θεοδούλου σιγή ηπλώθη δι΄ ολίγον είς την αίθουσαν. Η απάντησίς του ήτο τόσον ταχεία, ήρεμος και πειστική, ώστε όλοι ήρχισαν να παρακολουθούν μετ΄ ηυξημένης εντάσεως και προσοχής. Ο παπα-Νεόφυτος, ταραγμένος κάπως, συνέσφιγξεν ισχυρώς το χαρτί το οποίον εκράτει είς τα χείρας του και ηγέρθη.
Ώστε απορρίπτετε, είπε, την οικονομίαν, παπα- Θεόδουλε, έν τή Εκκλησία; Ή αγνοείτε ότι <<άχρι καιρού>> πολλάκις ού μόνον είς επίσκοπος, αλλά και Συνόδοι υπέμειναν και ωκονόμησαν τους αναφανέντας αιρετικούς, ώστε να δοθή αυτοίς καιρός μετανοίας ή, άν θέλετε, ακριβούς εξετάσεως υπό της Εκκλησίας της κηρυττομένης αιρέσεως; Πρός απόδειξιν των ανωτέρω, σας καταγινώσκω τμήμα της επιστολής του θείου Κυρίλλου Αλεξανδρείας πρός τον λαόν της Κων-πόλεως, έν τή οποία ηναγκάσθη να απολογηθή διά την τηρηθείσαν στάσιν του είς την υπόθεση Νεστορίου! τίς οίδεν, ίσως και τότε να εμέμφοντο αυτόν οι πανταχού και πάντοτε παρόντες συναδελφοί υπερζηλωταί…
<<Αιτιάσθω δέ μηδείς την μέλλησιν (καθυστέρησιν). Ού γάρ ενυστάξαμεν… εμιμησάμεθα δέ τους ιατρικήν έχοντας εμπειρίαν, οί τά έν τοίς σώμασι γινόμενα των παθών ούκ ευθύς ταίς διά σιδήρου και πυρός υποφέρουσιν ανάγκαις, άλλ’ ηπίοις έν αρχαίς φαρμάκοις καταμαλάσσουσι, περιμένοντες ΤΟΝ ΤΑΙΣ ΤΟΜΑΙΣ ΠΡΕΠΟΝΤΑ ΚΑΙΡΟΝ>> (
Μ.P.G, 76. 124 εξ.).
Ακούεις, αγαπητέ παπα-Θεόδουλε; Τίς δέ θα προσδιορίση αυθεντικώς τον ταίς τομαίς πρέποντα καιρόν; Βεβαίως ούτε σύ ούτε εγώ, αλλά η ανά την Οικουμένην Ορθόδοξος του Χριστού Εκκλησία, εάν πιστεύωμεν ότι υπάρχει αυτή…

Νέα έκπληξις είς το ακροατήριον. Ο Βησσαρίων εφαίνετο ιδιαίτερως ενθουσιασμένος. Το επιχείρημα ήτο τόσο ισχυρόν, ώστε και ο ίδιος ο Πρόεδρος, όστις εφέρετο συμπαθώς πρός τον παπα-Θεόδουλον και την συντροφιάν του, συνωφρυώθη.

_Αλλά και κάτι σπουδαιότερον ακόμη, εσυνέχισεν ο παπα-Νεόφυτος. Σας αναγινώσκω μέρος της επιστολής του αυτού Κυρίλλου πρός τον πάπα Ρώμης Καιλεστίνον, διά να γίνη καταφανές το πόσον επεθύμει και των άλλων Πατριαρχών την γνώμην και το σύμψηφον, προκειμένου να καθαιρεθή ο Νεστόριος, και δεν επανεστάτει όπως μερικοί σήμερον…
<
<Εγώ δε ομολογώ, καίτοι βουληθείς Συνοδικώ γράμματι φανερόν αυτόν καταστήσαι, ότι ταύτα λέγοντι (τώ Νεστορίω) και φρονούντι κοινωνείν ού δυνάμεθα τούτο μεν ού πεποίηκα λογισάμενος δέ, ότι χρή τοίς ολισθήσασι χείρα διδόναι και ώς αδελφούς πεσόντας εγείραι, παρήνεσα διά γραμμάτων αποσχέσθαι της τοιαύτης κακοδοξίας, Άλλ’ ωνήσαμεν ουδέν… Ού πρότερον δέ της πρός αυτόν κοινωνίας εκβάλλομεν εαυτούς μετά παρρησίας, πρίν άν ταύτα την σή θεοσεβεία ανακοινωσώμεθα. Διό δή καταξίωσον τυπώσαι το δοκούν και πότερόν ποτε χρή κοινωνείν αυτώ ή λοιπόν απειπείν μετά παρρησίας ότι τοιαύτα φρονούντι και διδάσκοντι ουδείς κοινωνεί. Τον δέ επί τούτοις σκοπόν της σής θεοσεβείας χρ’η γενέσθαι διά γραμμάτων καταφανή και τοίς ευσεβεστάτοις και θεοφιλεστάτοις επισκόποις τοίς κατά Μακεδονίαν και άπασι τοίς κατά Ανατολήν.

Επιθυμούσι γάρ αυτοίς δώσομεν αφορμάς του πάντας μιά ψυχή και μιά γνώμη στήναι και επαγωνίσασθαι τή ορθή πίστει πολεμουμένη>> (Αυτ. στλ. 81 έξ).
Ακούεις, αγαπητέ παπα-Θεόδουλε; Ολόκληροι Πατριάρχαι ολόκληροι Σύνοδοι, σωρεία επισκόπων έν Μακεδονία και έν τούτοις δεν απεφάσιζον να ενεργήσουν μόνοι! Και υμείς; Υμείς απλοί Ιερείς ή μοναχοί, αποκηρύσσετε το Πατριαρχείον, τί λέγω, ολόκληρον την Ελλαδικήν Εκκλησίαν, διότι δεν απεκήρυξε τον Πατριάρχην…

Η έντασις της εκπλήξεως, μετά τους τελευταίους λόγους του ομιλητού, απεκορυφώθη, ουδέποτε είχε προκληθή τοιούτον ενδιαφέρον είς τους πατέρας διά γενικά θέματα εκκλησιαστικής φύσεως, ώς το ανωτέρω. Όλοι ήρχισαν να αισθάνωνται ότι κάτι πολύ σοβαρόν συνέβαινεν έν τη Εκκλησία, ελάχιστοι όμως ήσαν είς θέσιν να προσδιορίσουν και το τί ακριβώς.

Πραεία ηκούσθη και πάλιν η φωνή του γηραιού παπα-Θεοδούλου
_Ωμιλήσατε, πάτερ, έν τή αρχή του λόγου σας περί <<οικονομίας>>. Δι΄ αυτήν πιστεύω μετά των πατέρων τα ακόλουθα
<<Έν γάρ τοίς θείοις δόγμασιν ουδαμού χώραν έχει ποτέ η οικονομία ή συγκατάβασις ταύτα γάρ απαρασάλευτα είσι και υπό πάντων ορθοδόξων ώς απαράβατα έν πάση ευλαβεία διαφυλλάτονται και ο μικρόν τι τούτων παραβαίνων, ώς σχισματικός και αιρετικός κατακρίνεται και αναθεματίζεται και ακοινώνητος παρά πάσι λογίζεται>> (Απόκρισις των Ανατολικών Ορθοδόξων πρός τους απο Βρεττανίας αποσταλείσας υπέρ ενώσεως και ομονοίας μετά της Ανατ. Εκκλησίας προθέσεις. ‘Ορα και Ι. Καρμίρη, Μνημεία, Β, 808-809).
Επίσης, η Συνοδική Πράξις του 1828 αναφέρει ότι
<<Επί… των δογματικών και όσα οι ιεροί Κανόνες διακελεύονται, περί εκείνων, ούτε φρονήσαι τι εναντίον όλως ημίν δυνατόν, ούτε προσθήκην ή αφαίρεσιν μέχρι και της κεραίας αυτής διαπράξαι θεμιτόν>>
Συνεπώς, προσέθεσεν ο παπα-Θεόδουλος, ενώ ΘΕΩΡΗΤΙΚΩΣ η Εκκλησία δεν επιτρέπει ουδεμίαν οικονομίαν είς τα δογματικής φύσεως θέματα, έν τούτοις ΠΡΑΚΤΙΚΩΣ μεσολαβεί πάντοτε χρόνος τις μέχρις ότου ν΄ αρχίση η αντίδρασις των ορθοδόξων φρουρών και ποιμένων.
Θεωρητικώς ο χρόνος αυτός, δεν θα πρέπη να υφίσταται κάν, διότι άμα τή κηρυττομένη αιρέσει θα πρέπη έν τώ άμα να εμφανίζεται και η αντίδρασις.
Αλλά πρακτικώς, ώς ανέφερον, πλήν όμως με ορθόδοξον αντιμετώπισιν, θα μεσολαβή πάντοτε ο απαιτούμενος χρόνος, ο οποίος και θα ΕΠΙΤΡΕΠΗ διάγνωσιν της νόσου. Απο της στιγμής εκείνης η ευθύνη ΑΡΧΕΤΑΙ να βαρύνη πάντα ορθόδοξον ποιμένα και πιστόν.
_Αναφορικώς δέ με την επιστολήν του θείου Κυρίλλου πρός τον λαόν της Κων/λεως, ήν ανεφέρατε προηγουμένως, έχω να παρατηρήσω τα ακόλουθα

α) Εσιγήσατε σπουδαιότατον σημείον αυτής, όπερ ιδιαιτέρως ενδιαφέρει ημάς σήμερον και το οποίον θα μοι επιτρέψετε να αναγνώσω

<<ταύτην έν εαυτοίς αναζωπυρούντες αεί την πίστιν, ασπίλους και αμώμους εαυτούς τηρήσαντες. ΜΗΤΕ ΚΟΙΝΩΝΟΥΝΤΕΣ τώ μνημονευθέντι (Νεστορίω), μήτε μήν ώς διδασκάλω προσέχοντες, εί μένει λύκος αντί ποιμένος… Τοίς δέ γε των κληρικών, είτε λαικών διά την ορθήν πίστιν ΚΕΧΩΡΙΣΜΕΝΟΙΣ ή ΚΑΘΑΙΡΕΘΕΙΣΙ παρ΄ αυτού, κοινωνούμεν ημείς, ού την εκείνου κυρούντες άδικον ψήφον, επαινούντες δέ μάλλον τους πεπονθότας, κακείνο λέγοντες αυτοίς εί ονειδίζεσθε έν Κυρίω, μακάριοι ότι της δυνάμεως και το του Θεού πνεύμα είς υμάς αναπέπαυται…>> (Mansi IV, 1096).

Ώς γίνεται, λοιπόν, τοίς πάσιν δήλον, παπα-Νεόφυτε, οι διαχωρίσαντες εαυτούς του ψευδούς ποιμένος, ΕΠΑΙΝΟΥΝΤΑΙ υπό του αγίου μετά πολλής της δυνάμεως και δέχεται πάντας τούτους είς εκκλησιαστικήν κοινωνίαν, ώς ΓΝΗΣΙΟΥΣ ορθοδόξους και της <<παρακαταθήκης>> φύλακας πιστοτάτους. Επίσης, εφιστώ ιδιαιτέρως την προσοχήν σας, είς την φράσιν <<τοίς δέ γε των κληρικών, είτε λαικών διά την ορθή πίστιν κεχωρισμένοις ή καθαιρεθείσι παρ΄ αυτού…>> Γνωρίζετε τι σημαίνουν αί ανωτέρω μετοχαί; Απλούστατα, αυτό το οποίον αρνείσθαι υμείς ότι δηλαδή ΔΥΝΑΝΤΑΙ να εγερθούν κατά του επισκόπου των, όταν κηρύσση βεβαίως αίρεσιν, και οι κληρικοί του και το απλούν ποίμνιον, ΧΩΡΙΣ να αναμένουν το σύνθημα των υμετέρων αξιωματικών. Πλείον όμως περί τούτων επιφυλλάσσομαι να είπω αργότερον.

2) Προκειμένου δέ περί της <<τομής>>, ήτοι της καθαιρέσεως του Νεστορίου, καλώς και αγίως έπραξεν ο Κύριλλος αναμένων και την γνώμην των άλλων τοπικών Εκκλησιών. Προηγουμένως όμως, ήτοι απο την απαρχήν της αιρέσεως και μέχρι της στιγμής της ετοιμαζομένης <<τομής>>, ουδόλως έπαυσε να ενεργή ιδιωτικώς όσα θα συνέβαλον πρός μετάνοιαν και επιστροφήν του κακοδοξούντος. ΤΡΕΙΣ ΣΧΕΔΟΝ ΜΗΝΑΣ μετά την κήρυξιν της κακοδοξίας ήρξατο η αντίδρασις του θείου πατρός, ή οποία ηκολούθησεν την εξής πορείαν

1) Απέστειλε δύο επιστολάς προσωπικής διαμαρτυρίας πρός τον Νεστόριον. (Mansi 4/885-892)

2)Μή ικανοποιηθείς έκ των απαντήσεών του, έγραψε πρός τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιον και τάς Βασιλίσσας Ευδοκίαν και Πουλχερίαν. (Mansi 4/618-684.)

3) Συνεκάλεσεν Αιγυπτιακήν Σύνοδον επισκόπων, ήτις και κατέκρινε την διδασκαλία του Νεστορίου. (Ι. Καρμίρη, Μνημεία, Α΄, 141.)

4)Τή συνεργία του, και η τοπική Σύνοδος της Ρώμης υπό τον Καιλεστίνον κατεδίκασε την Νεστοριανήν κακοδοξίαν, (ένθ. άνωτ.).
Συνεπώς έπραξε πάντα όσα ηδύνατο, ώς Ορθόδοξος Πατριάρχης και ποιμήν γνησιώτατος…

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

»TO XPONIKON» (ΤΗΣ ΑΛΩΣΕΩΣ ΥΠΟ ΓΕΩΡΓΙΟΥ (Σ)ΦΡΑΝΤΖΗ)

Posted in ΠΑΤΡΙΔΑ on Νοέμβριος 24, 2011 by entoytwnika


Στὶς 24 Μαΐου (1453) ἀκούστηκε ὅτι ὁ ἀμηρᾶς ἔχει σκοπὸ στὶς 29 Μαΐου ἀπὸ ξηρὰ καὶ θάλασσα νὰ ἐπιτεθῆ μὲ σφοδρότητα, κάμνοντας συμπλοκἐς καὶ συγκρούσεις. Γι’ αὐτὸ ὅλοι οἱ στρατηγοὶ καὶ οὶ δήμαρχοι, καὶ μάλιστα ὁ Ἰωάννης ὁ Ἰουστινιανός, δὲν ἔπαυαν νὰ ἑτοιμάζουν κάθε τέχνασμα γιὰ νὰ ἀντιπαραταχθοῦν στὸν ἐχθρό· ὅλη τὴν νύκτα προσπαθοῦσαν μὲ κάθε τρόπο νὰ διορθώνουν τὰ τείχη στὰ σημεῖα ποὺεἶχαν καταρρεύσει ἀπὸ τὰ κτυπήματα τῶν τηλεβόλων. Ἔπειτα ὁ Ἰουστινιανὸς ἔστειλε ἀνθρώπους πρὸς τὸν μέγα δοῦκα Νοταρᾶ καὶ ζητοῦσε νὰ τοῦ στείλη μερικὰ τηλεβόλα, ποὺ ὑπῆρχαν στὰ μέρη τὰ ὁποία φρουροῦσε ἐκεῖνος. Ὁ κύρ Λουκᾶς ὅμως ὁ Νοταρᾶς δὲν θέλησε νὰ τοῦ δώση, λέγοντας ὅτι αὐτὰ χρειάζονται καὶ στὸν δικό του τομέα. Καὶ ὁ Ἰουστινιανὸς τοῦ ἀπάντησε ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ βρίσκωνται τόσα πολλὰ τηλεβόλα στὰ μέρη ἐκεῖνα ὅπου ὑπάρχουν νερά. Καὶ ἔτσι ἄρχισαν νὰ φιλονεικοῦν σὰν παιδιὰ καὶ νὰ ἀνταλλάζουν βρισιές. Ὁ Ἰουστινιανὸς ἀπεκάλεσε τὸν Νοταρᾶ ἄχρηστο, καταστροφέα καὶ ἐχθρὸ τῆς πατρίδος· ἐκεῖνος πάλι ἔλουσε τὸν Ἰουστινιανὸ μὲ ἀνάλογες βρισιές. Ὅταν τὰ ἄκουσε αὐτὰ ὁ βασιλιὰς τοὺς κάλεσε ἰδιαιτέρως καὶ τοὺς εἶπε: «Ἀδελφοί, δὲν εἶναι καιρὸς νὰ συμβαίνουν τέτοια πράγματα μεταξύ μας καὶ νὰ λέμε καὶ νὰ φιλονεικοῦμε, ἀλλὰ νὰ συγχωρήσουμε ἐκείνους ποὺ μᾶς μισοῦν καὶ νὰ παρακαλέσουμε τὸν θεὸ νὰ μᾶς λυτρώση ἀπὸ τὸ φοβερὸ στόμα τοῦ δράκοντος ποὺ μᾶς ἀπειλεῖ φανερά». Εἶπε καὶ ἄλλα παρόμοια λόγια σ’ αὐτοὺς καὶ τοὺς συμφιλίωσε. Καὶ τότε ὁ καθένας τους ἐπέστρεψε στὸν τόπο ποὺ τοῦ εἶχαν ἐμπιστευθῆ καὶ ἀνέλαβε τὴν ὑπηρεσία του. Ὁ Ἰουστινιανὸς ἀποδείχθηκε φοβερὸς στοὺς ἐχθρούς, καὶ μάλιστα κατὰ τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες, τόσο μὲ τὰ λόγια ὅσο καὶ μὲ τὶς πράξεις του. Κάθε μέρα ἔκαμνε ἐπιθέσεις καὶ εφόδους κατὰ τῶν ἐχθρῶν, καὶ πολλοὺς αἰχμαλώτιζε, ἐνῶ ἄλλους τοὺς περνοῦσε ἀπὸ τὸ μαχαίρι. Ὅλοι θαύμαζαν τὰ κατορθώματα καὶ τὶς πράξεις τοῦ ἀνδρὸς καὶ τὸν ἀποκαλοῦσαν λυτρωτὴ καὶ σωτῆρα τῆς πόλεως. Ἀλλὰ δὲν παρέμεινε τέτοιος μέχρι τέλους· τὴν φήμη ποὺ μὲ τὴν ἀνδρεία του εἶχε κερδίσει, ὕστερα τὴν κατέστρεψε ἡ δειλία του. Καὶ ἐνῶ ἔτσι εἶχαν τὰ πράγματα γιὰ μᾶς, διαδόθηκε μιὰ ψεύτικὴ πληροφορία στὸ στρατόπεδο τῶν ἐχθρῶν, ὅτι δῆθεν ἔρχεται στόλος ἀπὸ τὴν Ἰταλία πρὸς βοήθειά μὰς, καθὼς καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῶν Οὕγγρων Ἴαγκος μὲ πάρα πολὺ μεγάλο στράτευμα ἀπὸ ἱππεῖς καὶ πεζούς. Σὰν τὸ ἄκουσαν οἱ Ἀγαρηνοί, τοὺς κυρίευσε μεγάλος φόβος· ἐκστόμιζαν κατάρες κατὰ τοῦ ἀμηρᾶ καὶ γόγγυζαν, λέγοντας ὅτι αὐτὸ θὰ εἶναι ὁ ἀφανισμὸς τοῦ γένους των, γιατὶ καταπιάστηκαν μὲ ἕνα ἔργο χωρὶς ἐλπίδα ἐπιτυχίας. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἀμηρᾶς περιέπεσε σὲ διαλογισμούς, ταραχὴ καὶ δειλία, καὶ ὅλοι οἱ σύμβουλοί του ἦταν περίλυποι. Πρῶτον, διότι ἄκουσαν γιὰ τὴν ἄφιξι τῆς βοηθείας, καὶ δεύτερον, διότι τόσο μεγάλο καὶ φοβερὸ στράτευμα ἐπὶ τόσες ἡμέρες τίποτε δὲν κατώρθωσε στὴν ξηρὰ καὶ τὴν θάλασσα· πολλές φορὲς μάλιστα μὲ τόσες πολλὲς πολιορκητικὲς μηχανὲς καί δυνάμεις, ἄν καὶ τοποθέτησαν κλίμακες στὰ τείχη, ἐκδιώχθηκαν οἰκτρά, καὶ καταγκρεμίστηκαν, ἀλλὰ καὶ φονικὸ μεγάλο τοὺς βρῆκε, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ κυριεύση ἡ δειλία τοὺς Τούρκους ποὺ ἦταν κοντὰ στὰ τείχη. Τρίτον, διότι ἔβλεπαν ἕνα φαινόμενο: Ἕνα ἀστραφτερὸ φῶς κατεβαίνοντας ἀπὸ τὸν οὐρανό στεκόταν ἐπάνω ἀπὸ τὴν Πόλι καὶ ὅλη τὴν νύκτα τὴν ἔσκεπε ἀπὸ ψηλά. Μόλις οἱ Τοῦρκοι εἶδαν τὸ φῶς αὐτό, στὴν ἀρχὴ ἔλεγαν ὅτι ὁ θεὸς ὠργίσθηκε ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν καὶ θέλει νὰ τοὺς κατακαύση καὶ νὰ τοὺς παραδώση σ’ αὐτοὺς ὡς δούλους. Ἔπειτα ὅμως, ὅταν εἶδαν ὅτι πάντοτε ντροπιασμένοι γκρεμίζονταν ἀπὸ τὰ τείχη καὶ τὶς κλίμακες καὶ ὅτι, ἄν καὶ ἐφάρμοζαν τόσα πολεμικὰ τεχνάσματα, τίποτε δὲν κατώρθωναν, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἄκουσαν τὴν ψεύτικη φήμη περὶ τοῦ στόλου τῆς Ἰταλίας καὶ περὶ τοῦ Ἰάγκου, ἄρχισαν πλέον νὰ λένε γιὰ τὸ φῶς ἐκεῖνο ὅτι ὁ θεὸς πολεμάει μὲ τὸ μέρος τῶν Χριστιανῶν, τοὺς προστατεύει καὶ εἶναι συμμαχός τοὺς. Γι’ αὐτὲς τὶς αιτίες ὁ ἀμηρᾶς, ὅπως εἴπαμε, καὶ ὅλος ὁ στρατὸς ἦταν λυπημένος καὶ σκυθρωπός. Σκεπτόταν λοιπόν νὰ σηκωθῆ τὴν ἑπόμενη καὶ νὰ λύση τὴν πολιορκία. Τὸ ἴδιο ὅμως βράδυ τὴν ἑπομένη τοῦ ὁποίου σχεδίαζαν νὰ φύγουν, βλέπουν πάλι, ὅπως συνήθιζε τὸ φῶς νὰ κατεβαίνη ἀπὸ τὸν οὐρανό. Ἀλλὰ δὲν ἁπλωνόταν, ὅπως συνήθιζε προηγουμένως, ὥστε νὰ σταθῆ ἐπάνω ἀπὸ τὴν Πόλι ὅλη τὴν νύκτα· φάνηκε μόνον ἀπὸ μακριὰ καὶ ἀμέσως διασκορπίστηκε καὶ ἔγινε ἄφαντο. Μόλις τὸ εἶδαν αὐτὸ ὁ ἀμηρᾶς καὶ ὅλοι οἱ δικοί του, χάρηκαν πολὺ καὶ ἔλεγαν: «τώρα ὁ θεὸς τοὺς ἐγκατέλειψε «. Τὸ ἴδιο ἀποφάνθηκαν οἱ σοφοὶ καὶ οἱ γραμματιζούμενοι τῆς μιαρῆς, τῆς ἄπιστης καὶ πλανημένης θρησκείας, ὅτι δηλαδὴ τὸ φῶς φανέρωνε πῶς θὰ κερδίσουν τὴν Πόλι. Καὶ ἔτσι ὅλοι εἶχαν καλὲς ἐλπίδες, οἱ ὁποῖες πραγματοποιήθηκαν ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν μας. Τὸ βράδυ τῆς 27ης Μαΐου ὁ ἀμηρᾶς πρὸσταξε, ὅλη τὴ νύκτα καὶ τὴν ἑπομένη ἡμέρα νὰ ἀνάψουν φωτιὲς καὶ φανάρια, νὰ νηστεύσουν ὅλη τὴν ἡμέρα καὶ νὰ λουστοῦν ἑπτὰ φορές, γιὰ νὰ παρακαλέσουν τὸν θεὸ νηστικοὶ καὶ καθαροὶ νὰ νικήσουν τὴν Πόλι· αὐτὸ καὶ ἔγινε. Τὸ ἀπόγευμα τῆς Δευτέρας, κατὰ τήν δύσι τοῦ ἡλίου καὶ ἀφοῦ ἐδείπνησαν, ὁ ἀμηρᾶς στάθηκε στὴν μέση τοῦ στρατοῦ καὶ μιλώντας εἶπε τὰ ἑξῆς:

» Πολυαγαπημένα μου παιδιά, στὸ ὄνομα τοῦ θεοῦ, τοῦ προφήτου Μωάμεθ καὶ ἐμοῦ τοῦ δούλου του σᾶς προτρέπω αὔριο νὰ κάμετε ἔργο ἀξιομνημόνευτο στὴν αἰωνιότητα, ὅπως ἔκαμαν καὶ οἱ πρόγονοί μας μέχρι τώρα, ὅπως εἶναι φανερό, καὶ μὲ προθυμία καὶ γενναιότητα καὶ μεγαλοψυχία νὰ περάσετε μὲ σκάλες ἐπάνω ἀπὸ τὰ τείχη σὰν πουλιά, καὶ τὴν φήμη ποὺ οἱ πρόγονοί μας κέρδισαν, καὶ ὁ θεός τοὺς τὴν χάρισε, νὰ μὴ τὴν χάσουμε ἐμεῖς· ἀντίθετα ἦλθε ἡ ὥρα νὰ τὴν αὐξήσουμε ἐμεῖς στὸ πολλαπλάσιο» Τοὺς ἀπηὺθυνε καὶ ἄλλους πολλοὺς λόγους κατάλληλους γιὰ στρατιῶτες καὶ ξύπνησε μέσα τους τὴν μεγαλοψυχία γιὰ νὰ πολεμήσουν μὲ γενναιότητα. Κὶ ἐκεῖνοι σὰν τ’ ἄκουσαν αὐτὰ χάρηκαν πάρα πολὺ καὶ μὲ μιὰ φωνὴ ὅλοι τους ἀλάλαζαν στὴν γλῶσσα τους: «Ἀλλάχ ἀλλάχ, μεεμὲτ ρεσοὺλ ἀλλάχ», ποὺ σημαίνει: » Ὁ θεὸς τῶν θεῶν καὶ ὁ Μωάμεθ ὁ προφήτης αὐτοῦ».

Ὅταν ἐμεῖς στὴν Πόλι άκούσαμε τὴν τόσο δυνατὴ κραυγή, ποὺ ἔμοιαζε μὲ βοητὸ μεγάλο τῆς θαλασσας, ἀναρρωτιώμασταν τί ἄραγε συμβαίνει. Σὲ λίγο βεβαιωθήκαμε γιὰ τὴν ἀλήθεια, ὅτι δηλαδὴ ὁ ἀμηρᾶς ἑτοίμαζε γιὰ τὴν ἑπομένη πόλεμο ἀπὸ στεριὰ καὶ θάλασσα ὅσο πιὸ σφοδρό μποροῦσε κατὰ τῆς Πόλεως. Κι ἐμεῖς βλέποντας τὸ τόσο μεγάλο πλῆθος τῶν ἀπίστων, πού, ὅπως μοῦ φαίνεται ἐμένα, ἀντιστοιχοῦσαν πεντακόσιοι καὶ περισσότεροι στὸν καθένα μας, ἀναθέσαμε τὶς ἐλπίδες μας στὴν θεία Πρόνοια. Ὁ βασιλιὰς τότε πρόσταξε, οἱ ἱερεῖς, οἱ ἀρχιερεῖς, οἱ μοναχοί, οἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδιὰ μὲ τὶς ἅγιες καὶ ἱερὲς εἰκόνες καὶ μὲ τὶς θεῖες ἀπεικονίσεις στὰ χέρια καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια νὰ περιέρχωνται τὰ τείχη τῆς Πόλεως, νὰ ψάλλουν τὸ » κύριε ἐλέησον», γιὰ νὰ μὴ μᾶς παραδώση ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν μας στὰ χέρια ἀπίστων, ἀποστατῶν καὶ κακούργων ὅσο κανεὶς ἄλλος στὴ γῆ, ἀλλὰ νὰ μᾶς λυπηθῆ, ἐμᾶς ποὺ εἴμαστε οἱ κληρονόμοι του. Καὶ μὲ κλάματα ἔδιναν θάρρος ὁ ἕνας στὸν ἄλλο νὰ ἀντισταθοῦν γενναῖα στοὺς ἐχθροὺς τὴν ὥρα τῆς συμπλοκῆς. Ὁ βασιλιάς ἐπίσης τὸ ἀπόγευμα τῆς ὀδυνηρῆς ἐκείνης Δευτέρας, ἀφοῦ συγκέντρωσε ὅλους, ἄρχοντες, ἀρχομένους, δημάρχους, ἑκατόνταρχους καὶ ἐκλεκτοὺς στρατιῶτες, εἶπε τὰ ἐξῆς:

» Ἐσεῖς, εὐγενέστατοι ἄρχοντες καὶ ἐκλαμπρότατοι δήμαρχοι καὶ στρατηγοὶ καὶ γενναιότατοι συστρατιῶτες καὶ ὅλος ὁ πιστὸς καὶ τίμιος λαός, γνωρίζετε καλὰ ὅτι ἔφθασε ἡ ὥρα ποὺ ὁ ἐχθρὸς τῆς πίστεώς μας θέλει νὰ μᾶς πιέση περισσότερο μὲ κάθε πολεμικὸ τέχνασμα καὶ τρόπο, καὶ μὲ ὅλη του τὴν δύναμι νὰ μᾶς ἐπιτεθῆ ἀπὸ στεριὰ καὶ θάλασσα καὶ νὰ μᾶς πολεμήση μὲ σφροδρότητα. Σκοπὸς του εἶναι νὰ χύση τὸ δηλητήριό του σὰν φίδι καὶ νὰ μᾶς καταπιῆ σὰν ἀνήμερο λεοντάρι. Γι’ αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη νὰ σταθῆτε ἀνδρεῖοι καὶ μὲ γενναία ψυχή, ὅπως πάντοτε μέχρι τώρα κάματε κατὰ τῶν ἐχθρῶν τῆς πίστεώς μας. Γνωρίζετε καλά, ἀδελφοί, ὅτι ὀφείλουμε ὄλοι ἀπὸ κοινοῦ γιὰ τέσσερις λόγους νὰ προτιμήσουμε τὸν θάνατο ἀπὸ τὴν ζωή. Πρῶτον γιὰ τὴν πίστι καὶ τὴν θρησκεία μας, δεύτερον γιὰ τὴν πατρίδα, τρίτον γιὰ τὸν κύριόν σας τὸν χρισμένο βασιλιά καὶ τέταρτον γιὰ τοὺς συγγενεῖς καὶ φίλους. Νὰ θεωρήσετε τὸν πόλεμο σὰν κυνήγι ἐναντίον ἀγριόχοιρων, γιὰ νὰ καταλάβουν οἱ ἄπιστοι ὅτι δὲν ἀντιμετωπίζουν ζῶα χωρὶς λογική, ὅπως εἶναι οἱ ἴδιοι, ἀλλὰ κυρίους καὶ ἐξουσιαστὲς τῶν ζώων αὐτῶν καὶ ἀπογόνους Ἑλλήνων καὶ Ρωμαίων». Ἀφοῦ εἶπε αὐτὰ καὶ τελεὶωσε τὴν δημηγορία του καὶ μὲ δάκρυα καὶ στεναγμοὺς εὐχαρίστησε τὸν θεό, ὅλοι μαζὶ μὲ ἕνα στόμα ἀποκρίθηκαν κλαίγοντας: «Ἄς πεθάνουμε γιὰ τὴν πίστι τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν πατρίδα μας».

Ὁ βασιλιὰς πῆγε στὸν πάνσεπτο ναὸ τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας, προσευχήθηκε μὲ δάκρυα στὰ μάτια καὶ κοινώνησε τὰ ἄχραντα μυστήρια. Τὸ ἴδιο ἔκαμαν καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἐκείνη τὴν νύκτα. Κατόπιν μετέβη στὰ ἀνάκτορα, ὅπου ἔμεινε γιὰ λίγο καὶ ζήτησε συγχώρησι ἀπὸ ὅλους. Ποιὸς θὰ μποροῦσε νὰ διηγηθῆ τὰ κλάματα καὶ τοὺς θρήνους τῆς ὥρας ἐκείνης στὸ παλάτι; Ἀκόμη κι ἄν ἦταν κανεὶς ἀπὸ ξύλο ἤ ἀπὸ πέτρα, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ μὴ θρηνήση.

Οἱ φρουροὶ μᾶς εἶπαν ὅτι ὅλη τὴν νύκτα συνέβαινε θόρυβος καὶ πολλὲς ὁμιλίες, διότι ἔσερναν τὶς πολεμικὲς μηχανὲς ποὺ εἶχαν ἑτοιμάσει γιὰ τὴν ἐπίθεσι στὰ τείχη. Ἀκόμη ὅτι τὴν ἴδια στιγμή βρίσκονται σὲ κίνηση τὰ πιὸ μεγάλα ἀπὸ τὰ πλοῖα τῶν ἐχθρῶν στὴν θάλασσα καὶ ὅτι οἱ τριήρεις καὶ οἱ γέφυρες πλησιάζουν στὶς ἀκτὲς καὶ τὰ τείχη.

Κατὰ τὸ δεύτερο λάλημα τῶν πετεινῶν, χωρὶς κανένα σύνθημα, πρᾶγμα ποὺ ἔκαμναν τὶς προηγούμενες ἡμέρες, ἄρχισαν τὸν πόλεμο μὲ μεγάλη βιασύνη καὶ σφοδρότητα. Ὁ ἀμηρᾶς διέταξε νὰ ξεκινήσουν τὸν πόλεμο οἱ μὴ τόσον ἔμπειροι στοὺς πολέμους, μὲ σκοπὸ νὰ μᾶς καταπονήσουν κάπως. Οἱ δικοί μας ὅμως ἀπάντησαν μὲ γενναιότητα καὶ τοὺς ἔκαμναν κακὴ ὑποδοχή· τοὺς γκρέμιζαν ἀπὸ τὰ τείχη καὶ τὰ ἐξαρτήματα τῶν ἐχθρῶν τὰ κατέσπαζαν. Ἡ μάχη κράτησε δύο ὧρες καὶ ἦταν πολυστένακτη καὶ φρικτή· καὶ φαινόταν ὅτι ἐπικρατοῦσαν οἱ Χριστιανοί. Οἱ δικοί μας ἔριχναν ὑγρὸν πῦρ ἀπὸ τὶς μηχανὲς ποὺ εἶχαν κατασκευάσει καὶ ἔκαιγαν τοὺς ἐχθρους, τσάκιζαν τὶς ἐξέδρες μαζὶ

μὲ τοὺς ἀναβάτες τους ρίχνοντας βαρειὲς πέτρες, καὶ μὲ τὰ τηλεβόλα σκότωναν πολλούς. Μερικοί τολμηροί, δυνατοὶ καὶ ριψοκίνδυνοι ἀνέβαιναν ὁ ἕνας στοὺς ὤμους τοῦ ἄλλου καὶ ὁ τρίτος στοῦ δευτέρου, ὅπως μποροῦσε, γιὰ νὰ φθάσουν στὴν κορυφὴ τῶν τειχῶν. Καὶ τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ παράταξί μας ἄρχισε νὰ λυγίζη, ὁ Θεόφιλος Παλαιολόγος καὶ ὁ Δημήτριος Καντακουζηνὸς, ἄνδρες γενναιότατοι, πήδησαν μπροστά, νίκησαν τοὺς Ἀγαρηνούς, τοὺς ἔτρεψαν σὲ φυγή καὶ τοὺς διέλυσαν. Ὁ βασιλιάς ἔφιππος ἔλεγε: «Συστρατιῶτες καὶ ἀδελφοί, κρατῆστε μὲ γενναιότητα· σᾶς παρακαλῶ στὸ ὄνομα τοῦ θεοῦ. Βλέπω ὅτι τὸ πλῆθος τῶν ἐχθρῶν κουράζεται καὶ σὲ λίγο θὰ διαλυθῆ». Καὶ ἐνῶ ὁ βασιλιάς ἔλεγε αὐτά, ὁ στρατηγὸς Ἰωάννης πληγώθηκε ἀπὸ βέλος στὸ σκέλος τοῦ δεξιοῦ ποδιοῦ. Αὐτὸς ὁ τόσο ἐμπειροπόλεμος, ὅταν εἶδε τὸ αἷμα νὰ τρέχη ἀπὸ τὸ σῶμα του, πανικοβλήθηκε τελείως· ἀπὸ τὸν φόβο του ἔχασε τὴν ἀνδρεία ποὺ εἶχε ἐπιδείξει προηγουμένως καὶ ὕστερα ἀπὸ αὐτὸ φέρθηκε ταπεινωτικά. Ἐγκατέλειψε τὴν θέσιν του. Ἔτρεχε κρυφὰ πέρα-δῶθε ἀναζητώντας γιατρούς, χωρὶς νὰ θυμίζη τίποτε ἀπὸ τὸν προηγούμενο γενναῖο καὶ ἱκανὸ ἄνδρα. Συνέπεσε ὅμως τὴν στιγμὴ ἐκείνη νὰ βρίσκεται καὶ πάλι ὁ βασιλιάς ἐκεῖ. Εἶδε τοὺς στρατιῶτες ταραγμένους καὶ φοβισμένους, ἔμαθε τὴν αἰτία καὶ σὰν πῆρε τὸ μάτι του τὸν Ἰουστινιανὸ νὰ φεύγη, τὸν σταμάτησε καὶ τοῦ εἶπε: «Ἀδελφέ, γιατί τὸ ἔκαμες αὐτό; Γύρνα πίσω στὴν θέσι σου. Τὸ τραῦμα εἶναι ἀσήμαντο. Γύρνα πίσω, γιατὶ τώρα εἶναι ἡ πιὸ κρίσιμη στιγμή. Ἡ σωτηρία τῆς Πόλεως κρέμεται ἀπὸ τὰ χέρια σου». Καὶ ἄλλα πολλὰ τοῦ εἶπε ὁ βασιλιάς, ἀλλὰ ἐκεῖνος τίποτε δὲν ἀπεκρίθη· πέρασε στὸν Γαλατᾶ καὶ ἐκεῖ πέθανε πικραμένος καὶ περιφρονημένος. Ἕνας γενίτσαρος, ὀνόματι Χασὰν, μὲ τὸ ἀριστερό του χέρι κράτησε ἐπάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι του τὴν ἀσπίδα, ἔσυρε μὲ τὸ δεξί του τὸ ξίφος καὶ ὥρμησε ἐναντίον τοῦ τείχους, στὸ σημεῖο ποὺ ἔβλεπε τὴν σύγχυσι. Τὸν ἀκολουθοῦσαν καὶ ἄλλοι τριάντα περίπου, οἱ ὁποῖοι φιλοτιμηθήκαν ἀπὸ τὴν ἀνδρεία του. Ὅσοι δικοί μας εἶχαν παραμείνει στὸ τεῖχος τοὺς κτυποῦσαν μὲ ἀκόντια καὶ βέλη καὶ κυλοῦσαν τεράστιες πέτρες ἐναντίον τους. Δέκα ὀκτὼ ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς τοὺς γκρέμισαν. Ὁ Χασὰν ὅμως δὲν ἀναχαιτίστηκε· ἀνέβηκε στὸ τεῖχος καὶ ἔτρεψε σὲ φυγὴ τοὺς δικούς μας. Μαχόμενος ὁ Χασὰν κτυπήθηκε ἀπὸ μία πέτρα καἰ ἔπεσε κάτω. Οἱ δικοί μας ἐπέστρεψαν καὶ σὰν εἶδαν τὸν Χασὰν πεσμένο κάτω, τὸν κτυποῦσαν μὲ πέτρες ἀπὸ παντοῦ. Ἐκεῖνος ἀνασηκώθηκε στὸ γόνατο καὶ ἐξακολουθοῦσε νὰ ἀμύνεται, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν τραυμάτων ποὺ δέχθηκε παρέλυσε τὸ δεξί του χέρι καὶ θάφτηκε κυριολεκτικὰ κάτω ἀπὸ βέλη. Ἔπειτα ὅμως ἀνέβηκε στὸ τεῖχος τόσο πλῆθος ἐχθρῶν, ποὺ σκόρπισαν τοὺς δικούς μας, οἱ ὁποῖοι ἐγκατέλειψαν τὰ ἐξωτερικὰ τείχη καὶ ἔτρεχαν μέσα διὰ μέσου τῆς πύλης καταπατῶντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Καὶ ἐνῶ αὐτὰ συνέβαιναν, ἀκούστηκε μία φωνὴ ἀπὸ μέσα καὶ ἀπὸ ἔξω, ἀπὸ τὴν μεριὰ τοῦ λιμανιοῦ: «Πατήθηκε τὸ φρούριο· πάνω στοὺς πύργους στήθηκαν τὰ λάβαρα καὶ οἱ σημαῖες». Η φωνὴ ἔτρεψε σὲ φυγὴ τοὺς δικούς μας καὶ ἔκαμε τοὺς ἐχθροὺς νὰ άναθαρρήσουν.

Ὅταν ὁ βασιλιάς καὶ αὐθέντης μου ἀντίκρυσε αὐτὴν τὴν κατάστασι, χύνοντας δάκρυα παρακαλοῦσε τὸν θεὸ καὶ προέτρεπε τοὺς στρατιῶτες νὰ δείξουν μεγαλοψυχία. Ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε καμμιὰ ἐλπίδα συνδρομῆς καὶ βοηθείας. Τότε κέντησε τὸ ἄλογό του, ἔτρεξε καὶ ἔφθασε ἐκεῖ ὅπου τὸ πλῆθος τῶν ἀπίστων ὡρμοῦσε, καὶ ἔκανε ὅτι ὁ Σαμψὼν στοὺς ἀλλοφύλους. Στὴν πρώτη συμπλοκὴ γκρέμισε πολλοὺς ἀπίστους ἀπὸ τὰ τείχη καὶ γιὰ ὅσους ἦταν ἐκεῖ καὶ ἔβλεπαν ἔμοιαζε αὐτὸ μὲ θαῦμα ἀσυνήθιστο. Μὲ βρυχηθμοὺς λεονταριοῦ καὶ μὲ γυμνὸ σπαθὶ στὸ δεξί του χέρι κατέσφαξε πολλοὺς ἐχθρούς· καὶ τὸ αἷμα ἔτρεχε σὰν ποτάμι ἀπὸ τὰ πόδια καὶ τὰ χέρια του. Καὶ ὁ Δὸν φραγκίσκος Τολέδος, ποὺ προαναφέραμε, ἔκαμε ἔργα ἀνώτερα καὶ ἀπὸ τὸν Ἀχιλλέα. Ἔτυχε νὰ βρίσκεται στὰ δεξιὰ τοῦ βασιλιᾶ καὶ σὰν ἀετὸς καταξέσχιζε τοὺς ἐχθροὺς μὲ τὰ νύχια καὶ τὰ δόντια του. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ Θεόφιλος ὁ Παλαιολόγος. Ὅταν εἶδε τὸν βασιλιᾶ νὰ μάχεται καὶ τὴν Πόλι νὰ κινδυνεύη, φώναξε δυνατὰ μέσα σὲ κλάματα καὶ εἶπε: «Προτιμῶ νὰ πεθάνω παρὰ νὰ ζῶ». Ἀμέσως μετὰ ὥρμησε ἀνάμεσα στοὺς ἐχθροὺς μὲ κραυγὲς καὶ ὅσους βρῆκε μπροστὰ του τοὺς διεσκόρπισε, τοὺς διέλυσε καὶ τοὺς θανάτωσε. Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἰωάννης Δαλμάτης, ποὺ παρεβρισκόταν ἐκεῖ, πολεμοῦσε ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν πιὸ γενναῖα ἀπὸ κάθε ἄλλον στρατιώτη. Καὶ ὅσοι ἔτυχαν ἐκεῖ καὶ ἔβλεπαν, ἔμεναν κατάπληκτοι μὲ τὴν δύναμι καὶ τὴν γενναιότητα τῶν ἀνδρῶν αὐτῶν.

Ἦλθαν οἱ Τοῦρκοι καὶ τοὺς Χριστιανοὺς ποὺ εἶχαν ἀπομείνει στὸ ἐσωτερικὸ τῶν τειχῶν μὲ μικρὰ τηλεβόλα, βέλη, τόξα καὶ πέτρες τοὺς ἔδιωξαν. Ἔτσι ἔγιναν κύριοι ὅλης τῆς περιοχῆς, ἐκτὸς τῶν πύργων τοῦ Βασιλείου Λέοντος καὶ τοῦ Ἀλεξίου, μέσα στοὺς ὁποιους ἦταν οἱ ναῦτες ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν ἔλθει ἀπὸ τὴν Κρήτη. Αὐτοὶ μάχονταν γενναῖα καὶ σκότωσαν πολλοὺς Τούρκους, ἔλεγαν ὅτι εἶναι προτιμότερο νὰ πεθάνουν παρὰ νὰ ζήσουν. Ὅταν ὅμως κάποιος Τοῦρκος ἀνέφερε στὸν ἀμηρᾶ τὴν γενναία τους ἀντίστασι, ἐκεῖνος πρότεινε νὰ κατεβοῦν, μὲ τὴν συμφωνία νὰ εἶναι ἐλεύθεροι οἱ ἴδιοι, τὸ πλοῖο καὶ ὅλος ὁ ἐφοδιασμός ποὺ εἶχαν. Μόλις καὶ μετὰ βίας τοὺς ἔπεισαν νὰ φύγουν. Δύο Ἰταλοί, τὰ ἀδέλφια Παῦλος καὶ Τρωΐλος, μάχονταν γενναῖα καὶ ἀπέκρουαν μὲ σφοδρότητα τοὺς ἐχθροὺς. Πολλοὶ σκοτώθηκαν καὶ ἀπὸ τὶς δύο πλευρές. Ὅταν ὅμως ὁ Παῦλος ἔστρεψε τὰ μάτια του καὶ εἶδε τοὺς ἐχθροὺς μέσα στὴν Πόλι, εἶπε στὸν ἀδελφό του: «Φρίξε ἥλιε! Στέναζε γῆ! Ἡ Πόλι ἔπεσε! Ἀνώφελο νὰ πολεμοῦμε πλέον. Ἄς φροντίσουμε λοιπὸν γιὰ τὴν δική μας σωτηρία, ἄν εἶναι δυνατόν».

Καὶ ἔτσι οἱ ἐχθροὶ ἔγιναν κύριοι ὅλης τῆς Πόλεως στὶς 29 Μαΐου τοῦ ἔτους 6961 (1453 μ.Χ.), ἡμέρα Τρίτη καὶ ὥρα δύο καὶ μισή.


(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟΝ ΕΚΔ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ Β΄ ΤΟΜΟΣ ΣΕΛ. 187-207)

Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΟΥ ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ

Posted in ΠΑΤΡΙΔΑ on Νοέμβριος 24, 2011 by entoytwnika



Η Πόλη κατελήφθη στις 29 Μαϊου 1453 και ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄, σε μία κίνηση αυτοθυσίας, προτίμησε να πέσει ως απλός στρατιώτης στο πεδίο της μάχης, παρά να διαφύγει. Και αυτή η ύστατη θυσία του τον τοποθέτησε στο πάνθεον των αθανάτων ηρώων της Φυλής. Αφότου σκοτώθηκε, γράφτηκαν πολλές διηγήσεις σχετικά με τον θάνατό του και τον πιθανολογούμενο τόπο ταφής του. Το βέβαιο είναι ότι ο Ασιάτης κατακτητής ερεύνησε το τι απέγινε ο αυτοκράτορας, θέλοντας, αν μη τι άλλο, να βεβαιωθεί ότι ο αντίπαλος του δεν ζούσε πια και ότι, συνεπώς, τα κεκτημένα του δεν κινδύνευαν. Οι μαρτυρίες που έφθασαν μέχρι τον ίδιο ήταν συγχεχυμένες και αντικρουόμενες. Κανείς δεν ήξερε με βεβαιότητα πού ήταν ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Καποιοί υποστήριζαν με βεβαιότητα ότι είχε σκοτωθεί κατά τη διάρκεια της μάχης και άλλοι ότι διέφυγε με ένα πλοίο των Γενουατών. Δεν έλειψαν και εκείνοι που υποστήριζαν ότι κρυβόταν μέσα στην ίδια την Πόλη. Οσο παράλογο και να ακούγεται αυτό, η Κωνσταντινούπολη είχε αρκετά υπόγεια περάσματα και καταφύγια όπου θα μπορούσε κάποιος να κρυφτεί για καιρό. Ετσι, ο σουλτάνος έδωσε διαταγή να γίνει έρευνα μεταξύ των πτωμάτων που κείτονταν στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, την οποία υπερασπιζόταν ο Κωνσταντίνος, προκειμένου να βρεθεί το πτώμα του. Μετά από επισταμένες έρευνες βρέθηκε ένα ακέφαλο σώμα, το οποίο έφερε τα βασιλικά υποδήματα με τους χρυσούς αετούς που φορούσε μόνο ο αυτοκράτορας. Η αποτμηθείσα κεφαλή του πτώματος δεν βρέθηκε. Σύμφωνα με τον Σφρατζή, ο σουλτάνος διέταξε κάποιους Χριστιανούς, οι οποίοι βρέθηκαν ζωντανοί και ελεύθεροι, να τον θάψουν με βασιλικές τιμές.

Αντιθέτως, ο Δούκας αναφέρει πως εμφανίσθηκαν στον Μωάμεθ δύο Τούρκοι ισχυριζόμενοι πως εκείνοι είχαν φονεύσει τον αυτοκράτορα και, προς επιβεβαίωση, του πήγαν και το κεφάλι που είχαν κόψει, λαμβάνοντας έτσι την αμοιβή τους.

Με αυτήν την εκδοχή και μέχρις αυτού του σημείου συμφωνεί και ο Ουμπερτίνος Πούσκουλος. Στη συνέχεια, σύμφωνα πάντα με τον Δούκα, η αποτμηθείσα κεφαλή του αυτοκράτορα, την οποία αναγνώρισε μεταξύ των άλλων και ο μέγας δούκας Λουκάς Νοταράς, εκτέθηκε επί μερικές ημέρες σε μια κολόνα της πλατείας του Αυγουσταίου. Κατόπιν, αφού την έγδαραν, τη γέμισαν με άχυρα και την περιέφεραν ως τρόπαιο στις χώρες της Ανατολής.

Κάτι παρόμοιο διηγείται και το «Σλαβονικό Χρονικό», το οποίο παρουσιάζει κάποιον Σέρβο στρατιώτη, έναν από τους χιλιάδες Ορθοδόξους Σέρβους που πολέμησαν στο πλευρό του Μωάμεθ εναντίον του Κωνσταντίνου για τη δόξα του Προφήτη, να παρουσιάζει πρώτα την κεφαλή και μετά το ακέφαλο πτώμα του αυτοκράτορα στον σουλτάνο, αναπέμποντας ταυτόχρονως «πολυχρονισμούς» στον Οθωμανό δυνάστη. Ο Μωάμεθ, αφού κάλεσε τον Λουκά Νοταρά να αναγνωρίσει τη σορό του Παλαιολόγου, κατόπιν εξέθεσε την κεφαλή του επί μιας κολόνας απέναντι από τα ανάκτορα και στη συνέχεια επέτρεψε στον Ορθόδοξο κλήρο να τον θάψει με τις προσήκουσες τιμές.

Ο Μοντάλδος αναφέρει περίπου την ίδια εκδοχή, με τη διαφορά ότι στην θέση του Σέρβου στρατιώτη εμφανίζεται κάποιος γενίτσαρος, ο οποίος φέρεται να έχει σκοτώσει τον αυτοκράτορα. Και σε αυτή την διήγηση η κεφαλή του αυτοκράτορα στέλνεται στη Βαβυλώνα για διαπόμπευση μεταξύ των πιστών του Κορανίου.

Υπάρχει και μία ακόμη διήγηση κάποιου ανωνύμου Μοσχοβίτη η οποία πρέπει να είναι εντελώς πλαστή, γιατί φέρει τον Μωάμεθ να αντιμετωπίζει με σεβασμό την κεφαλή του νεκρού αυτοκράτορα και στη συνέχεια να τη στέλνει στον πατριάρχη για να την ενταφιάσει, τοποθετημένη εντός αργύρης υδρίας υπό την Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας. Ούτε πατριάρχης υπήρχε την εποχή εκείνη όμως, αλλά ούτε και ο σουλτάνος θα έκανε μια κίνηση η οποία θα συνέδεε ακόμη περισσότερο την Αγία Σοφία με τον τελευταίο αυτοκράτορα και το ελληνικό έθνος.

Άλλες τόσες αφηγήσεις και εκδοχές υπάρχουν ακόμη για τον τόπο στον οποίο ετάφη ο αυτοκράτορας, με επικρατέστερη εκείνη του ιερού του ναού των Αγίων Αποστόλων, όπου αρχικά έδρευε το πατριαρχείο μετά την εξωσή του από την Αγία Σοφία, την οποία κατέλαβαν οι Μουσουλμάνοι. Λέγεται μάλιστα ότι, αφότου γκρεμίσθηκε ο ναός των Αγίων Αποστόλων για να κτισθεί από τον Μωάμεθ το τζαμί που βρίσκεται σήμερα στη θέση του (το έτος 1457), ο Ελληνας αρχιτέκτονας Χριστόδουλος συνέλεξε τα οστά του αυτοκράτορα, μαζί με εκείνα των Αγίων Αποστόλων, και τα τοποθέτησε στην κρύπτη του τζαμιού όπου και βρίσκονται μέχρι σήμερα. Μία άλλη εκδοχή αναφέρει ότι τη σορό του αυτοκράτορα την πήραν μαζί τους οι Κρήτες, οι οποίοι πολεμούσαν υπερασπιζόμενοι την Πόλη, και την κήδευσαν με τις δέουσες τιμές στο νησί τους. Ο επιστήθιος φίλος του Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Σφρατζής, ανφέρει ότι με διαταγή του Μωάμεθ αναζήτησαν το σώμα του αυτοκράτορα: «πλείονας κεφαλάς των αναιρεθέντων έπλυναν, ει τύχοι και την βασιλικήν γνωρίσωσι, και ούκ ηδυνήθησαν γνωρίσαι αυτήν, ει μη το τεθνεώς πτώμα του Βασιλέως ευρόντες ό εγνώρισαν εκ των βασιλικών περικνημίδων, η και πεδίλων ένθα, χρυσοί αετοί ήσαν γεγραμμένοι, ως έθος υπήρχε τοις βασιλεύσι».

Αυτή η άγνοια για την τύχη του αυτοκράτορα, οσο και για τον τόπο τον οποίο ετάφη, συνετέλεσε ώστε να λάβει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις ο θρύλος ο οποίος ήθελε τον αυτοκράτορα να παραλαμβάνεται την ύστατη στιγμή από έναν άγγελο Κυρίου και να τοποθετείται μέσα σε κάποια κρύπτη εντός του ιερού ναού της Αγίας Σοφίας, όπου και θα περιμένει έως ότου το «βασιλικόν έθνος» αναστηθεί και ζητήσει την ελευθερία του εκδικούμενο τους κατακτητές. Οι μυστικοί πόθοι του λαού συνέδεσαν τον θρύλο του Μαρμαρωμένου Βασιλιά με την ελπίδα για την απελευθέρωση και την αποκατάσταση της αυτοκρατορίας. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, η ψυχή του Ελληνισμού με την υπέρτατη θυσία του εξάγνισε την εθνική συνείδηση, ενσάρκωσε και συμβόλισε τη συνείδηση χιλιάδων χρόνων Ιστορίας. Σύμφωνα με τον θρύλο, ο τελευταίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου, στο πρόσωπο του οποίου η λαϊκή παράδοση έπλασε τον μύθο του Μαρμαρωμένου Βασιλιά, θα αναστηθεί κάποα ημέρα και τότε η Κωνσταντινούπολη θα ξαναγίνει ελληνική. Και όμως κάπου εκεί στα βάθη της μνήμης και του χρόνου, υπάρχει πάντα η ένθεη εικόνα του Κωνσταντίνου, και περιμένει καρτερικά να έλθει το «πλήρωμα του χρόνου», έτοιμη να υποστασιάσει το όραμα του πολεμιστή που θα εισέρχεται απελευθερωτής και πάλι στη Βασιλεύουσα, στην πόλη του Κωνσταντίνου…


(ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ εκδόσεις ΠΕΡΙΣΚΟΠΙΟ, σελ. 72-75)

ΓΙΑΤΙ ΕΠΕΣΕ Η ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΑ;

Posted in ΠΑΤΡΙΔΑ on Νοέμβριος 24, 2011 by entoytwnika

Στίς 29 Μαΐου τοῦ 2010 συμπληρώθηκαν 557 χρόνια ἀπό τήν ἀποφράδα ἡμέρα τοῦ Μαΐου πού ἡ ἔνδοξη πρωτεύουσα τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας, ἡ Κωνσταντινούπολη, ἔπεσε στά χέρια τῶν Τούρκων. Ἐξ ἀφορμῆς τούτου, σχεδόν ὅλες οἱ ἐφημερίδες εἶχαν σχετικά ἀφιερώματα ἀλλά καί ἄρθρα ἱστορικῶν πού ἀναφέρονταν στά αἴτια πού ὁδήγησαν στήν Ἅλωση, μέ προσεγγίσεις πού ἐξαντλοῦνταν στήν πολιτική καί στρατιωτική ὀπτική τοῦ θέματος. Γιά μᾶς, ὅμως τούς Χριστιανούς πού γνωρίζουμε ὅτι πηδαλιούχος τῆς ἱστορίας εἶναι ὁ Χριστός, ὑπάρχει καί μία ἄλλη πλευρά πού δέν τήν βλέπει «ὁ κόσμος» καί ἡ ὁποία εἶναι καί ἡ σημαντικότερη: Ἡ πνευματική διάσταση.

Διαβάζοντας τήν Ἁγία Γραφή καταλαβαίνουμε πώς ὁ Θεός δέν ἵσταται ἀπαθής τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας, ἀλλά ὡς Δίκαιος Κριτής ἐπεμβαίνει ἀμείβοντας τήν ἀρετή καί τιμωρώντας τήν κακία βασιλέων καί λαῶν.

Δέν θά ἀναφερθοῦμε σέ περιπτώσεις κατά τίς ὁποῖες ὁ Κύριος ἐκδήλωσε τήν ὀργή του πάνω σέ λαούς ἄδικους, ἀλλά θά μνημονεύσουμε ὅτι, κατά καιρούς, προειδοποιοῦσε διά μέσου τῶν Προφητῶν τόν περιούσιο λαό Του, ὅτι ἄν ἀποστατήσει ἀπό τήν ὀρθή Πίστη ἤ τόν ἠθικό Νόμο, θά ἐπιτρέψει νά αἰχμαλωτιστεῖ ὁ Ἰσραήλ ἀπό βάρβαρους λαούς, ὅπως καί ἔγινε! (βλ. Δευτερονόμιον 28:15 καί 28:49-52, Ἱερεμία 5:15-19, Ἀμώς 6:14 καί ἄλλα).

Ξεφυλλίζοντας τίς ἱστορικές μαρτυρίες τῶν χρόνων τῆς Ἄλωσης διαπιστώνουμε ὅτι ἡ Πόλη, καί μαζί μ’ αὐτήν καί τό Βυζάντιο, ἔπεσε ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν τῶν κατοίκων της. Τό ἠθικό ἐπίπεδο τοῦ κλήρου καί τοῦ λαοῦ ἦταν ἄθλιο. Ἐν τούτοις ὁ Θεός δέν θά ἐπέτρεπε τήν καταστροφή, ἄν δέν συνέβαινε κάτι πολύ χειρότερο: Ἡ πτώση στό θέμα τῆς Πίστεως. Πολλές φορές στό παρελθόν πολιορκήθηκε ἡ βασιλεύουσα ἀπό τόν ἐχθρό καί μάλιστα ὑπό δυσμενέστερες συνθῆκες, ἀλλά πάντοτε ἡ Παναγία τήν σκέπαζε καί τήν βοήθουσε γιατί ὁ λαός δέν διαπραγματευόταν τήν Πίστη του. (Όχι όπως συμβαίνει σήμερα με τα συλλείτουργα Βαρθολομαίου-Πάπα και ο λαός απλά παρακολουθεί καί δεν καταλαβαίνει τι γίνεται)!!!

Ἔλεγε τή γνωστή ρήση: «καλύτερα τούρκικο φέσι παρά φράγκικη τιάρα»!

Ὅμως στίς 12 Δεκεμβρίου τοῦ 1452, μόλις πέντε μῆνες πρίν τήν Ἅλωση καί δεκατρία ἔτη μετά τήν ὑπογραφή τοῦ προδοτικοῦ ἐνωτικοῦ ὅρου τῆς Συνόδου τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας, στό Ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας ἔγινε συλλείτουργο Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν στό ὁποῖο μνημονεύτηκε ὁ Πάπας καί ὁ λατινόφρονας Πατριάρχης Γρηγόριος (Η ιστορία δυστυχώς επαναλαμβάνεται, και οι συνέπειες θα είναι οι ίδιες με την Πόλη)!

Τό ἀνίερο αὐτό συλλείτουργο ἔγινε γιά νά ἐπικυρώσει, ουσιαστικά, τήν «Ἕνωση». Προτίμησαν οἱ πρόγονοί μας τή συμμαχία τοῦ παναιρετικοῦ παπισμοῦ ἀπό τή συμμαχία τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτό καί «ἡ Πόλις ἑάλω».

Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὁ μεγάλος αὐτός ἅγιος καί προφήτης λέγει τά ἑξῆς φοβερά λόγια: «Τριακόσιους χρόνους μετά τήν Ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ μας, ἔστειλεν ὁ Θεός τόν ἅγιον Κωνσταντῖνον καί ἐστερέωσε βασίλειον χριστιανικόν καί τό εἶχαν χριστιανοί το βασίλειον 1150 χρόνους. Ὕστερα τό ἐσήκωσεν ὁ Θεός τό βασίλειον ἀπό τούς χριστιανούς καί ἤφερε τόν Τοῦρκο μέσα ἀπό τήν Ἀνατολήν καί τοῦ τό ἔδωκε διά ἐδικόν μας καλόν…Καί τί; Ἄξιος ἦτον ὁ Τοῦρκος νά ἔχη βασίλειον; Ἀλλά ὁ Θεός τοῦ τό ἔδωκε διά τό καλόν μας. Καί διατί δέν ἤφερεν ὁ Θεός ἄλλον βασιλέα…Διατί ἤξευρεν ὁ Θεός πώς τά ἄλλα ρηγάτα μᾶς βλάπτουν εἰς τήν Πίστιν, καί ὁ Τοῦρκος δέν μᾶς βλάπτει, ἄσπρα δώσ’ του καί καβαλλίκευσέ τον ἀπό τό κεφάλι. (Κοσμᾶ Αἰτωλοῦ Διδαχές, ἔκδ. Τῆνος, Ἀθήνα 1999, Διδαχή Ε΄, σελ. 269-270).

Ὁ Ἄγιος λέει ὅτι ὁ Θεός προτίμησε νά πέσει ὁ Ἑλληνισμός στά χέρια ἑνός τυραννικοῦ δυνάστη, γιατί εἶδε μέ τήν παντογνωσία Του ὅτι ἄν ἔμενε ἐλεύθερος θά πάθαινε κάτι ἀπείρως χειρότερο: Θά ἔχανε τήν ὀρθή Πίστη του καί θά ἐκλατινιζόταν!

Καί ἐρχόμαστε στό σήμερα καί ἐρωτοῦμε: Αὐτά δέν τά βλέπουν οἱ Οἰκουμενιστές Ἀρχιερεῖς πού ὁδηγοῦν τήν Ὀρθοδοξία στά χέρια τοῦ ἀντίχριστου Πάπα; Δέν διαβάζει τούς Ἁγίους ὁ λατινόφρων Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος; Δέν φοβάται μήπως μ’ αὐτά πού κάνει προκαλέσει τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ καί θρηνήσουμε κι ἄλλες ἐθνικές συμφορές;

Τό 1920 τό Πατριαρχεῖο ἐξέδωσε τίς γνωστές αἱρετικές ἐγκυκλίους «Πρός τίς Ἁπανταχοῦ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίες» μέ τίς ὁποῖες ἀθετοῦσε τό δόγμα τῆς «Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας», ἀναγνωρίζοντας ἐκκλησιαστική ὑπόσταση στίς αἱρέσεις, δύο χρόνια ἀργότερα ἔγινε ἡ Μικρασιάτικη Καταστροφή.

Τό 1948 Πατριάρχης ἐξελέγη, μέ τή βοήθεια τῶν Ἀμερικάνων, ὁ Ἀθηναγόρας πού ἐντατικοποίησε τά οικουμενιστικά ἀνοίγματα. Τό 1955, καί παρά τήν διεθνή ἀναγνώριση πού ἀπέκτησε, ἔλαβαν χώρα τά θλιβερά γεγονότα τῆς Πόλης, μετά τά ὁποῖα 250.000 μέλη τῆς ἑλληνικῆς κοινότητας ἐξωθήθηκαν νά ἐγκαταλείψουν σταδιακά τίς ἑστίες τους.

Τό 1964 ἔγινε ἡ ἄρση τῶν ἀναθεμάτων μέ τούς ἀμετανόητους παπικούς, δέκα χρόνια ἀργότερα ἔγινε ἡ εἰσβολή τῶν Τούρκων στήν Κύπρο.

Ἐπιτέλους τά παθήματα ἄς μᾶς γίνουν μαθήματα. Ἄς μετανοήσουμε, ἄς ἀλλάξουμε πνευματική πορεία ὥστε νά ἀξιωθοῦμε νά ἀναφωνήσουμε:

«Γνῶτε ἔθνη καί ἠττᾶσθε ὅτι μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός». (Ἠσαΐα 8,9-10)

Τό κείμενο ἀποτελεῖ ἀνακοίνωση τῆς

Φιλορθοδόξου Ἑνώσεως Κοσμᾶς Φλαμιάτος.

Η «άσπιλη σύλληψη» της Θεοτόκου

Posted in ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΑ on Νοέμβριος 24, 2011 by entoytwnika

Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης

Το δόγμα αυτό, το όποιο διετύπωσε το 1854 ο Πάπας Πίος ο 9ος, σημαίνει ότι η Παναγία γεννήθηκε άσπιλη, αναμάρτητη, δεν είχε το προπατορικό αμάρτημα, όπως το έχουμε όλοι οι άνθρωποι. Η διδασκαλία αυτή βέβαια περί της ασπίλου συλλήψεως δεν στηρίζεται πουθενά, ούτε στην Αγία Γραφή, ούτε στην διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας και έχει επίσης πολλά τρωτά σημεία.

Ένα τρωτό σημείο αυτής της διδασκαλίας είναι ότι προσβάλλει την μοναδικότητα της γεννήσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Μόνο ο Χριστός γεννήθηκε αναμάρτητος εκ Πνεύματος Αγίου, είναι η μοναδική περίπτωση κατά την οποία δεν μεσολάβησε σάρκα και αίμα. Ο Χριστός μας γεννήθηκε από την Παρθένο Μαρία, άνευ συνάφειας ανδρός. Δεν ήλθε σε σαρκική ένωση η Παναγία με άνδρα. Το Άγιο Πνεύμα επισκίασε την Παναγία και δι’ Αγίου Πνεύματος εγεννήθηκε ο Κύριος μας· ο Ιησούς Χριστός γεννήθηκε εκ Πνεύματος Αγίου από την Παρθένο Μαρία, γι’ αυτό και είναι αναμάρτητος. Η Παναγία όμως δεν γεννήθηκε εκ Πνεύματος Αγίου· γεννήθηκε από γονείς φυσιολογικά, κανονικά, από τον Ιωακείμ και από την Άννα. Προσβάλλει επομένως η διδασκαλία αυτή την μοναδικότητα της γεννήσεως του Χριστού. Η μοναδική γέννηση, η οποία έγινε εκ Πνεύματος Αγίου και είναι γι’ αυτό άσπιλη, είναι η γέννηση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Το δεύτερο στοιχείο για το οποίο αυτή η διδασκαλία δεν είναι ορθή είναι ότι ουσιαστικώς δεν ανεβάζει την Παναγία, την μειώνει, ενώ οι Παπικοί θέλουν να υψώσουν την Παναγία, υπερβολικά μάλιστα. Υπάρχουν εδώ ακρότητες, και ας πω για τις δύο αυτές ακρότητες και θα συνεχίσω τις σκέψεις που έκαμα προηγουμένως. Στην διδασκαλία για την Θεοτόκο υπάρχουν δύο ακρότητες. Η Ορθόδοξος εκκλησία είναι ανάμεσα, ακολουθεί τη χρυσή οδό. Ποιες είναι οι δύο αυτές ακρότητες; Η μια ακρότητα είναι αυτή η όποια υπερεξαίρει την Παναγία, κάνει την Παναγία Θεά, θεοποιεί την Παναγία, είναι η Μαριολατρεία. Διδάσκει ότι η Παναγία είναι Θεός, και αυτή την τάση υπηρετεί η διδασκαλία της Ρωμαϊκής εκκλησίας, της Παπικής εκκλησίας, περί του ότι η Παναγία είναι άσπιλη, την εξισώνει με τον Χριστό, ένα πρόσωπο της Αγίας Τριάδος.

Στο άλλο άκρο είναι ο λεγόμενος Αντιδικομαριανισμός, οι αντίθετοι, οι αντίδικοι της Μαρίας, οι εχθροί της Μαρίας, στην εποχή μας οι Προτεστάντες. Από την μία πλευρά οι παπικοί, οι Ρωμαιοκαθολικοί έχουν την Μαριολατρεία, κάνουν την Θεοτόκο Θεό, και από την άλλη πλευρά στη Δύση και πάλι, στην Ευρώπη, υπάρχει τελείως αντίθετη τάση, των έχθρων της Παναγίας. Ας αναφέρουμε εδώ, αυτό που είπαμε και άλλη φορά, ότι ο πατήρ Θεόκλητος ο Διονυσιάτης σ’ ένα βιβλίο το όποιο έχει γράψει για την Παναγία δημοσιεύει ένα γράμμα του γέροντος του, Αθανασίου του Ιβηρίτη, ο όποιος αναφερόταν σ’ αυτήν την εχθρότητα που έχουν οι Προτεστάντες εναντίον της Παναγίας. Εάν πάτε σ’ έναν ναό προτεσταντικό-ευαγγελικό, υπάρχουν και εδώ στην πόλη μας, γιατί και έδώ υπάρχουν Ευαγγελικοί-Προτεστάντες, δεν θα δείτε πουθενά εικόνες, δεν έχουν καμία τιμή, κανένα σεβασμό προς την Παναγία. Αντίθετα εκφράζονται υποτιμητικά γι’ Αυτήν. Έχοντας λοιπόν κατά νουν ο Γέρων Αθανάσιος ο Ιβηρίτης την ασέβεια προς την Παναγία, εκφράζεται στο γράμμα αυτό πολύ σκληρά για τους Προτεστάντες και τους προτεσταντίζοντες. Δεν διστάζουν οι Άγιοι να χρησιμοποιήσουν σκληρές λέξεις, όταν υβρίζονται άγια πρόσωπα. Για μας αυτό θα φαινότανε βαρύ, τους δήθεν ευγενείς, τους δήθεν προοδευμένους, τους ανθρώπους των σαλονιών. Μπορεί να υβρίζουμε άγιους, αλλά θέλουμε μια εκλεπτυσμένη γλώσσα στις μεταξύ μας σχέσεις. Ανάμεσα λοιπόν στις δύο αυτές τάσεις, από την μια πλευρά της Μαριολατρείας του Παπισμού και της εχθρότητος προς την Παναγία, της μειώσεως της Παναγίας, των Προτεσταντών είναι η δική μας η Ορθόδοξη εκκλησία, η όποια σέβεται και τιμά και υμνεί την Θεοτόκο με τόσους ύμνους, δεν κάνει όμως την Παναγία Θεά. Την τοποθετεί μετά τη Θεότητα “τα δευτερεία της Τριάδος η έχουσα”. Οι ιερείς μνημονεύουμε πρώτα τον Χριστό και μετά την Παναγία.

Ας επανέλθουμε όμως στο δεύτερο τρωτό σημείο της “άσπιλης σύλληψης”. Ενώ λοιπόν νομίζουν ότι με την άσπιλη σύλληψη υπερυψώνουν την Παναγία, ουσιαστικώς την μειώνουν. Γιατί η Παναγία εξυψώνεται πιο πολύ αν παρουσιασθεί ότι αυτά που κατόρθωσε, αυτή η αγιότης την οποία κατόρθωσε, δεν τα κατόρθωσε γιατί ήταν αναμάρτητη εκ φύσεως, τα κατόρθωσε γιατί ενώ ήταν άνθρωπος σαν εμάς, γεννήθηκε από φυσικούς γονείς, από τον Ιωακείμ και την Άννα, ενώ ήταν άνθρωπος καθόλα φυσιολογικός, είχε αυτήν την δική μας τη φύση, η οποία ρέπει προς την αμαρτία, κατόρθωσε εν τούτοις να καλλιεργήσει τις αρετές με πολλή άσκηση, με προσευχή, με νηστείες με εγκράτεια, με αγνότητα ιδιαιτέρως, και να φθάσει στα ύψη αυτά της αγιότητος, συνεργώντας και κοπιάζοντας η ίδια.

Εμείς αγαπητοί μου, που ζούμε στον χώρο αυτό τον ευλογημένο της Εκκλησίας, θα πρέπει να τήν έχουμε ως παράδειγμα και ως δίδαγμα και ως στόχο. Εκείνη κατόρθωσε να φθάσει σ’ αυτήν την αγιότητα και να υμνείται δι’ όλων των αιώνων· “Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί. Ότι εποίησέ μοι μεγαλεία ο δυνατός”. Εκείνη ήταν σκεύος εκλογής· λόγω της αγιότητός της κατόρθωσε και είλκυσε την προσοχή του Θεού και έγινε η αγαπητή του Θεού: «Χαίρε Κεχαριτωμένη. Ο Κύριος μετά σου. Ευλογημένη συ εν γυναιξί». Έδειξε με την άγια ζωή της, την άφθαστη υπακοή της, την πολλή ταπείνωση, την ανυπέρβλητη αγνότητα, μέχρι που μπορεί να υψωθεί ο άνθρωπος. Δεν πρόκειται βέβαια εμείς να φθάσουμε το μοναδικό μεγαλείο της Παναγίας· μπορούμε όμως να μπούμε σ’ ένα δρόμο αγιότητος να υψωθούμε και εμείς αναλογικά, να καταπολεμήσουμε τα πάθη και τις κακίες μας, ώστε όταν ψάλλουμε στην Υπεραγία Θεοτόκο, να ψάλλουμε μέσα από αγνές καρδιές και άγια χείλη.

Η υπεροψία των παπών της Ρώμης!

Posted in ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΑ on Νοέμβριος 24, 2011 by entoytwnika

Ώς πηγή του πρωτείου τον παπών της Ρώμης εθεωρήθη και διελαλήθη η σύνδεσίς του με τους μαρτυρήσαντας έν αυτή δύο πρωτοκορυφαίους αποστόλους, Πέτρο και Παύλο. Εντεύθεν, «προς την Εκκλησίαν ταύτην, ένεκα της υπερεχούσης αυθεντίας είναι ανάγκη να συμφωνή ολόκληρος η Εκκλησία». (Ειρηναίου τέλη Β΄ αιώνος, κατά αιρέσεων, 3, 3, 2).

 

Κατά δεύτερο, και γοργό μάλιστα, βήμα, το πρωτείο τούτο εξελήφθη και ως οριστικό εις τον επίσκοπο πάπα της προνομιακού δικαιώματος και αρμοδιότητός να παρεμβαίνη διαιτητικώς σε διαφορές των επισκόπων της Ανατολής και να δικάζη αυτούς κατά προσφυγήν η έκκλησιν ή και αυτοδικαίως!.. Και κατά τρίτο, τέλος, βήμα κι όλως καθοριστικό στάδιο, να περιβληθή, το παπικό πρωτείο, με κύρος θείου δικαίου, αφού υποστηρίχθηκε ως απ ευθείας θεόσδοτο, και συγκεκριμένως διά της φράσεως του Κυρίου, « σύ εί Πέτρος και επί ταύτην την πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν και πύλαι άδου ού κατισχύσουσιν αυτής». (Μάτθ. 16, 18)

 

Η Ανατολή θέλησε να εναντιωθή και απορρίψη τελειώς αυτές τις υπερφίαλες και μόνον κατά στρεβλή και ιδιοτελή ερμηνεία των ευαγγελικών λογίων δυνάμενες να στηριχθούν οι βλέψεις και αξιώσεις της Ρώμης· γι αυτό και το όλο θέμα έθεσε υπ όψιν και κρίσιν της Β΄ εν Κωνσταντινουπόλει Οικουμενικής συνόδου (381), ή οποία διά του τρίτου κανόνα της, μη στραφείσα πάντως ονομαστικώς και ταπεινωτικώς κατά του και της Ρώμης, άπαξ διά παντός διετύπωσε την σωστή περί πρεσβείων τιμής και όχι προνομίων υπεροχής και αρχηγίας αντίληψι και θέση συμπάσης της Ανατολικής Εκκλησίας· κι ότι τα πρεσβεία ταύτα τιμής των πόλεων και των επισκόπων των αείποτε είχον και έχουν αποκλειστικώς μόνο ιστορικήν και πολιτικοκοινωνικήν σημασίαν. («Τόν μέν τοι Κωνσταντινουπόλεως Επίσκοπον έχειν τα πρεσβεία τιμής μετά τον της Ρώμης Επίσκοπον, διά το είναι αυτήν Νέαν Ρώμην». Ράλλη-Πότλη, Σύνταγμα Ιερών Κανόνων, τ. β΄, Αθήναι 1852, σελ. 173).

 

Ο παλαιορωμαικός όμως εγωισμός έμεινε και μένει πεισμόνως ασυγκίνητος απ την επί ευαγγελικής και εκκλησιολογικής βάσεως και «εν πνεύματι αγίω» αυτή απόφαση και θέσπιση. Ο Ρώμης Λέων ο Ι΄, επί παραδείγματι εθεώρει συλλήβδην όλους τους αρχηγούς των κατά τόπους Εκκλησιών ως εκπρόσωπούς του, διότι αυτός μόνος ήταν αποκλειστικός κάτοχος ολόκληρης της εξουσίας.

 

Επανέλθούσα η Εκκλησία επί του αυτού θέματος διά του κη΄ κανόνος της Δ΄ έν Χαλκηδόνι (451), πλέον της ισότητος τιμής, ανέθηκε στον Κωνσταντινουπόλεως και την αρμοδιότητα της εκκλησιολογικής δικαιοδοσίας επί των Μητροπολιτών της Ασίας και της Θράκης καθώς και επί των επισκόπων «έν τοίς βαρβαρικοίς» «τα αυτά και ημείς ορίζομεν τε και ψηφιζόμεθα περί των πρεσβειών της αγιωτάτης Εκκλησίας, της αυτής Κωνσταντινουπόλεως νέας Ρώμης. και γάρ τώ θρόνω της πρεσβυτέρας Ρώμης διά το βασιλεύειν την πόλιν εκείνην, οι πατέρες εικότως αποδεδώκασι τα πρεσβεία· και τώ αυτώ σκοπώ κινούμενοι οι εκατόν πεντήκοντα Θεοφιλέστατοι επίσκοποι (της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου), τα ίσα πρεσβεία απένειμαν τώ της νέας Ρώμης αγιωτάτω θρόνω, ευλόγως κρίναντες, την βασιλεία και συγκλήτω τιμηθείσαν πόλιν, και των ίσων απολαύουσαν πρεσβειών τη πρεσβυτέρα βασιλίδι Ρώμη, και έν τοίς εκκλησιαστικοίς ώς εκείνην μεγαλύνεσθαι πράγμασι, δευτέραν μετ’ εκείνην υπάρχουσαν. και ώστε τους της Ποντικής, και της Ασιανής και της Θρακικής των προειρημένων Διοικήσεων Μητροπολίτας μόνους, έτι δε και τους έν τοίς βαρβαρικοίς Επισκόπους των προειρημένων Διοικήσεων χειροτονείσθαι υπό του προειρημένου αγιωτάτου θρόνου της κατά Κωνσταντινούπολιν αγιωτάτης Εκκλησίας· δηλαδή εκάστου μητροπολίτου των προειρημένων διοικήσεων μετά των της επαρχίας επισκόπων χειροτονούντος τους της επαρχίας επισκόπους, καθώς τοίς θείοις κανόσι διηγόρευται· χειροτονείσθαι δε, καθώς είρηται, τους μητροπολίτας των προειρημένων διοικήσεων παρά του Κωνσταντινουπόλεως αρχιεπισκόπου, ψηφισμάτων κατά το έθος γινομένων, και έπ’ αυτών αναφερομένων». (αυτόθι σελ. 281).

 

Σημειώνουμε ότι, η σαθρότης του επιχειρήματος των Ρωμαιοκαθολικών, καθ’ ο το πρωτείο του Πάπα εκπηγάζει εκ του ότι έν Ρώμη εμαρτύρησε και ετάφη ο Απόστολος Πέτρος και έκ του ότι τον επίσκοπο Ρώμης αφήκε διάδοχο της επισκοπής και της αποστολικότητός του, συμπεραίνεται διά του απλούστατου συλλογισμού ότι, εάν ίσχυε η αρχή αυτή, τότε, δεδομένου ότι ο Σωτήρ του κόσμου Χριστός στα Ιεροσόλυμα υπέστη τον υπέρ του ανθρωπίνου γένους σταυρικό θάνατο, και έν Ιεροσολύμοις υπάρχει ο πανάγιος και ζωηφόρος τάφος του, ο επίσκοπος Ιεροσολύμων, ως λαχών την θέσιν και τον τόπο του πρώτου και «εις τον αιώνα» υπεράτου αρχιερέως, θα έπρεπε παρά πάντων των της οικουμένης επίσκόπων αβιάστως και θείο δικαίω να αναγνωρίζεται ως πρώτος και υπέρτατος Προεστώς αυτών και πάσης της Εκκλησίας.

 

Τις συμπερασματικές αυτές επισημάνσεις (1401) προλαβόντως κατάστρωσε γραπτώς στο Παρίσι ο Άγκύρας Μακάριος, συνοδεύων τότε για φιλενωτικούς σκοπούς εκεί μεταβάντα αυτοκράτορα Μανουήλ Παλαιολόγο: «Εί δε τις ίσως πάλιν λέγειν, διά τό τή Ρώμη τελειωθήναι και κείσθαι τον απόστολον Πέτρον, διά τούτο οφείλομεν τον Ρώμης το πρωτείον έχειν, ούδ΄ ούτος αναγκαίος ο λόγος. Εί γάρ τούτο, πολλώ γε μάλλον δι΄ αυτό οφείλειν τον της Σιών, ήτοι Ιεροσολύμών, το πρωτείον έχειν· όπου ο των ιεραρχών Ιεράρχης και μέγας και πρώτος ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός το σωτήριον προς τοίς άλλοις υπέστη πάθος, και τον υπέρ ημών ζωοποιόν κατεδέξατο διά σταυρού θάνατον και ανέστη τριήμερος· και το Πανάγιον κατά την Πεντηκοστήν εξεχύθη τοίς αποστόλοις Πνεύμα και πάντα σχεδόν τα Μυστήρια τετέλεσται· άφ΄ ού και ώς έκ πηγής ζωηράς ενθέου πήγασαν είς πάσαν την γήν διεδόθη το σωτήριον κήρυγμα· περί ής και δεδοξασμένα ελαλήθη πανταχού» (Δοσιθέου Ιεροσολύμων, Τόμος Καταλλαγής).

 

Οι Λατίνοι όμως, παλαιοί και σύχρονοι, ενοχλούμενοι από την αβιάστως αυτολαλούσαν αυτήν αλήθεια ηθελημένως και προκατειλημμένως κωφεύουν έναντι της και πεισμόνως επιμένουν να προβάλλουν και διδάσκουν ως ορθή τη δική τους εγωιστική και αυθαίρετη δοξασία, η οποία ψευδοεδράζει το παπικό πρωτείο και τα τούτω παρομαρτούντα στο γεγονός της έν Ρώμης τελευτής του Αποστόλου Πέτρου, στην ως έκ τούτου διάκριση, μεγάλυνση και υπεροχή του Επισκοπικού του θρόνου του, και στην προκύψασα κατ’ αυτούς ισοδυναμία με αυτόν του εκάστοτε διαδόχου του πάπα. Προς κατοχύρωση της θεωρίας αυτής πολύ κόπιασε γράφων ο ελληνορθοδόξου καταγωγής· αλλά έν Ρώμη σπουδάσας, εξομόσας και πλήρως εκλατινισθείς, Λέων Αλάτιος, ο οποίος ελαφρά τη συνειδήσει αντίπαρελθών τάς ορθοδόξους ερμηνείας και θέσεις, χαρακτήρισε ταύτας ώς «φλυαρίας» (βλ. Συμφωνία των Εκκλησιών, βιβλ. Α΄ κεφ.Β΄, η΄), περι πολλού δε εκλαβών έχων την ενός εκάστου των Αγίων Αποστόλων θρονική σχέση και συγγένεια με την πόλη στην οποία διδάξε και μαρτύρησε, επ αυτής κυρίως θεμελιώνει την επί πάντων υπεροχή και αρχηγία του πάπα.

 

Υποστηρίζει, δηλαδή, παρά τα θεόφθεκτα ρήματα, τα καθορίζοντα τον καθολικό και παγκόσμιο χαρακτήρα της αποστολής και της πέρα φραγμών και ορίων ποιμάνσεως και επισκοπής των μαθητών, «πορεύθεντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη» (Ματθ. 28, 19), « κηρύξατε το ευαγγέλιον πάση τη κτίσει» (Μάρκ. 16, 15) ότι οι Αγίοι Απόστολοι καθώρισαν για τους εαυτούς των συγκεκριμένους θρόνους, τους τοιούτους, δηλαδή, της κηρυκτικής δράσεως και της μαρτυρικής τελευτής των.

 

Άλλ΄ αν έτσι είχαν τα πράγματα τότε μοιραίως προκύπτει το συμπέρασμα ότι αρκετοί των Αγίων Αποστόλων, και δή ο υπέρ πάντων ο κοπιάσας και παθών Απόστολος των εθνών Παύλος, «κινδυνεύουν » να μείνουν εντελώς άθρονοι, έρμαιοι και άστεγοι.

 

Κατά ταύτα, υποχρεούνται οι παποκαθολικοί να απαντήσουν στην ερώτησί μας; Άπ’ τις τόσες και τόσες πόλεις στις οποίες εκήρυξε το Ευαγγέλιο του Σωτήρος Χριστού και ίδρυσε και επαγίωσε επισκοπικούς θεσμούς και θρόνους ο απόστολος, ποίαν άραγε και ποίον να επέλεξε για τον εαυτό του; Αλλά και ο απόστολος Παύλος τελεύτησε μαρτυρικώς στην Ρώμη, δεν μπορεί λοιπόν να λογίζεται και να είναι ο επισκοπικός θρόνος της Ρώμης και θρόνος του αποστόλου Παύλου, του επί περισσότερον έν Ρώμη διατρίψαντος και κηρύξαντος και μαθητάς-επισκόπους καταλείψαντος, ως τον Λίνον, τον Κλήτον και Κλήμεντα; Άθρονος λοιπόν ο απόστολος των εθνών και απόκληρος του θρόνου και της επισκοπής της Ρώμης;… Ιδού σε ποιόν παραλογισμό μας άγουν οι παποκαθολικοί θεολόγοι και ο εξωμότης Αλάτιος.

 

Άλλ’ εάν, πάλι, θεωρηθή ότι ο θρόνος της Ρώμης, επί τι διάστημα έστω, εχρημάτισε και θρόνος του αποστόλου Παύλου, κατ΄ αυτό το διάστημα η Ρώμη και ο θρόνος της διατελούσαν έν… ανυποληψία και υποβαθμίσει; Δηλαδή ο πάπας εάν θεωρηθή διάδοχος του Πέτρου είναι οίος αυτός πιστεύει και οι παποκαθολικοί αποδέχονται, εάν όμως εκληφθή του αποστόλου Παύλου διάδοχος τότε αυτομάτως γυμνούται των πρωτείων και των άλλων εξουσιών. Ο αυτός πάπας λοιπόν κατά περίπτωσιν υπερέχων και υπερυψούμενος ή υποβαθμιζόμενος και μειούμενος; Μη χειρότερα!

 

Βιάσαντες ερμηνευτικώς οι παποκαθολικοί τα περί του αποστόλου Πέτρου καινοδιαθηκικά δεδομένα υπερύψωσαν την θέσι και την αξία του αποστόλου Πέτρου υπέρ την των άλλων αγίων αποστόλων, ώστε κατά… κληρονομίαν να καρπωθή ο παπικός θεσμός την αρχηγική επί των άλλων της Εκκλησίας επισκόπων αξία και θέσι, και άς καταβοά κατά της τόλμης, ασχημίας και αιρέσεως ταύτης σύσσωμος η πρωτοπαγής Εκκλησία και άπασα η Ιερά Παράδοσις, προβάλλουσα το ισότιμον και ισοστάσιον όλων των αγίων αποστόλων και των απανταχού γής διαδόχων αυτών, και άς… <<διαπορούμε>> εμείς, γιατί ο απόστολος Πέτρος προτίμησε και κατέστησε ισάξιο και ισοδύναμο του τόν έν Ρώμη διάδοχό του, παριδών και… περιφρονήσας ούτω τον όν πολύ προηγουμένως εγνώρισε και εγκατέστησε έν Αντιοχεία και γιατί ζών μέν… δεν φρόντισε να αποδείξη ότι είναι φορεύς τοιαύτης εκτάκτου και υπερτάτης πληρεξουσιότητος, την απέκτησε όμως… αποθνήσκων!

 

Τερματίζοντες τις επί του θέματος αυτού παρατηρήσεις, καταθέτουμε την ορθόδοξη πίστι και ομολογία, ότι όλοι οι επισκοπικοί θρόνοι, που συνεστήθησαν από τους αγίους αποστόλους κέκτηνται ισότιμο το προνόμιο και ισόποση την χάρι της αποστολικής διαδοχής.

 

Έφ΄ όσον η εκκλησιαστική ιστορία μαρτυρεί ότι δεν αποθανόν οι άγιοι απόστολοι είς… όλους εκείνους τους θρόνους των πόλεων στους οποίους εγκατέστησαν επισκόπους-διαδόχους των, τότε αναγκαίως συνεπάγεται, ότι η διαδοχή δεν εξαρτάται και κρέμεται από το αν απέθανε ή δεν απέθανε στον θρόνο εκείνος ο απόστολος που διώρισε τον κατά χώρα και πόλι διάδοχό του.

 

Εάν δε το γεγονός της έν Ρώμη εκχύσεως του αίματος των πρωτοκορυφαίων αποστόλων πορίζει στους λατίνους το επιχείρημα του υπερτονισμού της περιωπής της Ρώμης και της υπερεξάρσεως της αξίας του παπικού θρόνου, τότε, πολλώ μάλλον, υπέρ αυτήν και αυτόν θα εδικαιούτο να πρωτεύη, υπερτιμάται και μεγαλύνεται η Μήτηρ των Εκκλησιών Σιών- Ιερουσαλήμ, και να αρχηγεύη επί πάντων ο επισκοπικός θρόνος αυτής, διά το γεγονός ότι αύτη, η Ιερουσαλήμ, υπήρξε ο τόπος των γενεθλίων της Χριστιανικής πίστεως και της πρωτοπαγούς Εκκλησίας, έκ της έν Αυτή δηλονότι της σαρκώσεως και γεννήσεως του Θεανθρώπου Σωτήρος Ιησού Χριστού, διά την έν αυτή χάριν ημών παθήματα, για την έκχυση του ζωοποιού Αίματος Του κλπ. Έν συνεχεία δέ και για τον λιθασμό του πρώτου ιεράρχου αυτής Ιακώβου του Αδελφοθέου, και για την έν αυτή κοίμησι της Παναχράντου Αυτού Μητρός και Αειπαρθένου Μαρίας κλπ.

Όλα αυτά, λοιπόν, δεν στάθηκαν ικανά να πορίσουν στην Ιερουσαλήμ κανενός είδου πρωτείο και στον επισκοπικό θρόνο της καμμία αυταρχική επί των άλλων εξουσία, _ των ιστορικών λόγων και αιτίων άλλως ενεργησάντων_, και ήρκεσαν το μαρτύριο και ο τάφος του αποστόλου Πέτρου έν Ρώμη. Ώ της των ταγών της Ρώμης κουφότητος και μωροδοξίας και ώ της των οπαδών αυτής πλάνης και ευηθείας!

Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΧΡΗΣΙΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΛΑΤΡΕΙΑΝ ΑΠΟΒΛΕΠΕΙ ΕΙΣ ΜΙΑΝ «ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ»;

Posted in ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑ on Νοέμβριος 24, 2011 by entoytwnika

Του π. Γεωργίου Μεταλληνού

1. Η μετάφραση τῆς Ἁγίας Γραφῆς στή Νεοελληνική ἔφερε στό φῶς κατά τήν δεκαετία τοῦ 1830, ὅλα τά ἀκανθώδη προβλήματα τοῦ νεωτέρου Ἑλληνισμοῦ, στό ἐπίκεντρο τῶν ὁποίων βρισκόταν ἡ σχέση μέ τήν παράδοση καί ὁ κίνδυνος ἀλλοτριώσεως τῆς ἐθνικῆς ταυτότητος, στήν ἀκατάσχετη μανία τοῦ ἐξευρωπαϊσμοῦ. Μία πτυχή τῆς προβληματικῆς ἦταν ὁ λόγος «περί Νεοελληνικῆς Ἐκκλησίας».
Ἕνας ὀξύτατος διάλογος ἀναπτύχθηκε μεταξύ τῶν ἐγκριτοτέρων Θεολόγων τῆς ἐποχῆς, διεξαγόμενος μέσω μαχητικῶν ἐκδόσεων, μέ ἀποτέλεσμα ὅλη ἡ ἰκμάδα τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων νά δαπανηθεῖ σέ ἀδιέξοδους ἀγῶνες, σέ ἐποχή ἰδιαίτερα κρίσιμη γιά τήν ὀργάνωση καί εὐστάθεια τοῦ ἀδύνατου ἑλληνικοῦ Κράτους. Θά παραθέσουμε, τά κύρια σημεῖα, μιᾶς πρόσφατης μελέτης μας, διότι ἔχει ἄμεση σχέση μέ τίς σημερινές καινοτομίες. Ὁ ὁμόψυχος συνεργάτης καί συναγωνιστής τοῦ Κ. Οἰκονόμου, ἱεροκῆρυξ Γερμανός, ἐκδότης τῆς «Εὐαγγελικῆς Σάλπιγγος», ἀπάντησε σέ δημοσίευμα τοῦ Φαρμακίδη, κατηγορώντας τον, μεταξύ ἄλλων, ὅτι τίς ἀπόψεις του γιά τήν Παλαιά Διαθήκη δέν τίς στήριζε στό κανονικό καί ἐπίσημο κείμενο τῆς μεταφράσεως τῶν Ο´, ἀλλά στήν πρόσφατη μετάφραση τῆς βιβλικῆς Ἑταιρείας, στήν ὁποία βασικός συνεργάτης ἦταν καί ὁ Νεόφυτος Βάμβας. Στό κείμενο τοῦ Γερμανοῦ ὑπῆρχε καί ἡ ἐπισήμανση, ὅτι ἡ ἐπιλογή τοῦ Φαρμακίδη, ὅπως καί ἡ νέα μετάφραση, ἔγιναν «ἐπί χρησταῖς ἐλπίσι διά μίαν Νεοελληνικήν Ἐκκλησίαν». Ὁ Φαρμακίδης θεωρώντας τό κείμενο τοῦ Γερμανοῦ γραμμένο ἀπό τόν Οἰκονόμο, ἀπάντησε τό ἴδιο ἔτος μέ τό ἔργο του «Ὁ ψευδώνυμος Γερμανός», ἐπιμένοντας στήν χρήση, γιά ἐπιστημονικούς λόγους, τῆς μεταφράσεως ἀπό τό πρωτότυπο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Εἰδικά ὅμως τοποθετήθηκε στό θέμα τῆς «Νεοελληνικῆς Ἐκκλησίας» ὁ Νεόφυτος Βάμβας. Τό ἐξ 24 σελίδων κείμενό του τυπώθηκε «τήν 28ην Αὐγούστου 1838». Ὁ Οἰκονόμος βρῆκε τήν μοναδική εὐκαιρία νά ἀνασκευάσει τό τευχίδιο τοῦ Βάμβα σέ ἕνα ὀγκῶδες δικό του ἔργο 368 σελίδων μέ τόν τίτλο: «Ἐπίκρισις…», πού τυπώθηκε στίς ἀρχές τοῦ 1839. Τό ἴδιο ἔτος εἶδε τό φῶς τό ἔργο τοῦ Θ. Φαρμακίδη «Ἀπολογία» (β´ ἔκδοση 1840), μέ ἐκτενή ἀναφορά στό θέμα «περί Νεοελληνικῆς Ἐκκλησίας».

2. Ὁ Οἰκονόμος στήν «Ἐπίκρισίν» του, ἀπέκρουσε τόν ὅρον «νεοελληνική». Τό «ἄχαρι καί κακόζηλον αὐτό ἐπίθετον» ἀποδίδει στόν Γερμανό, ὁ ὁποῖος ὅμως τό χρησιμοποίησε «εἰρωνικῶς», ὅπως λέγει. Θέλοντας ὅμως νά δείξει τήν διαφορετική νοηματοδότηση τοῦ ὅρου ἀπό τούς ἀντιπάλους του, μεταθέτει τό πρόβλημα στήν ἀπέναντι πλευρά: «Πρῶτος τοῦ κακεντρεχοῦς ἐπιθέτου δημιουργός ἀνεφάνη πάλιν αὐτήν τῶν νεωτεριστῶν καί καινοτόμων συμμορία». Ὁ Οἰκονόμος στόν νοηματικό του κώδικα προσέδιδε χρονική σημασία στόν ὅρο, ἐνῶ οἱ ἀντίπαλοί του –κατά τήν δική του κατανόηση– ποιοτική καί ἐθνική, μέ συγκεκριμένη στοχοθεσία: «ἵνα χωρίσωσι παντοιοτρόπως τήν λαλουμένην τῶν Ἑλλήνων διάλεκτον ἀπό τῆς
ἐκκλησιαστικῆς διαλέκτου» καί νά ἐπιτύχουν τελικά τήν κατάργησή της.
Ὁ Βάμβας κατηγοροῦσε τόν Οἰκονόμο, ὅτι «δέν θέλει νά ἀναγινώσκωνται εἰς τήν Νεοελληνικήν γλῶσσαν» οἱ Γραφές. Ὁ ὅρος, ἔτσι, αὐτόματα προσέλαβε τρεῖς χρήσεις: νεοελληνική μετάφραση– νεοελληνική γλώσσα– νεοελληνική Ἐκκλησία, σέ ἄμεση συνάφεια μεταξύ τους. Ὁ Οἰκονόμος, ἀποκρούοντας τόν ὅρο, τόν χαρακτηρίζει ἄγνωστο στήν ἑλληνική γλώσσα. Συνδέει μάλιστα, τήν χρήση του μέ τήν θεωρία τοῦ Φαλμεράϋερ. Ὁ Βάμβας, ἀντίθετα, δεχόταν ὅτι ὁ «ὅρος ἀνταποκρίνεται στήν πραγματικότητα, τό ὑπαρκτό γλωσσικό πρόβλημα, καί γι᾽ αὐτό θεωροῦσε τήν Μετάφραση ἀναγκαία. Γιά τόν Οἰκονόμο ὅμως τέτοιο πρόβλημα δέν ὑφίστατο, στήν ἔνταση τουλάχιστον, πού νόμιζε ὁ Βάμβας. Στό σημεῖο αὐτό πρέπει νά δηλωθεῖ ἡ διαφορετική προοπτική τῶν δύο κληρικῶν. Γιά τούς ἔχοντες, ὑποτυπώδη ἔστω, σχολική παιδεία πρόβλημα ὀξύ στήν προσέγγιση τῶν Γραφῶν δέν ὑπῆρχε (θέση τοῦ Οἰκονόμου).
Ὁ Βάμβας ὅμως ἀναφερόταν στό εὐρύ καί ἀπαίδευτο στρῶμα τοῦ λαοῦ. Λησμονοῦσε ὅμως, ὅτι βασικό πρόβλημα στήν ἀνάγνωση τῶν Γραφῶν δέν εἶναι ἡ γλώσσα (τά «ρήματα»), ἀλλά τά «νοήματα», τά ὁποῖα χωρίς ἑρμηνευτικά σχόλια μένουν ἀκατανόητα ἤ παρανοοῦνται (θέση τοῦ Οἰκονόμου). Ἄς θυμηθοῦμε ἐδῶ τήν καινοδιαθηκική ἑρμηνευτική ἀρχή: «ἆράγε γινώσκεις ἅ ἀναγινώσκεις;» (Πράξ. 8,30). Διαπιστώνεται, συνεπῶς, ἡ διαμετρική ἀντίθετη τοποθέτηση τῶν δύο ἀνδρῶν.

3. Στήν διαφορά τῆς σύγχρονης γλώσσας ἀπό τήν ἀρχαία, ἔστω καί τήν κοινή, τοποθετοῦσε ὁ Βάμβας τήν ἀνάγκη τῆς Μεταφράσεως. Ὁ λαός, ἔλεγε, «ἔπαυσε νά ὁμιλῆ τήν γλῶσσαν τῶν προγόνων του». Γιατί, λοιπόν, νά «μένη στερημένος τῶν ἱερῶν Γραφῶν, δι᾽ ἔλλειψιν μεταφράσεως αὐτῶν εἰς τήν σημερινή γλῶσσαν;». Ὁ Οἰκονόμος ἀντέτασσε τήν δική του ἐπιχειρηματολογία, στό πλαίσιο τῶν δικῶν του προϋποθέσεων: «οἱ Ἕλληνες ὑπάρχουσιν ἀείποτε Ἕλληνες, λαλοῦσιν καί πρεσβεύουσιν ὀρθόδοξα, ὡς μέλη ἀδιάσπαστα τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας». Ἡ ἑνότητα ἐθνικότητας, γλώσσας καί πίστεως ἦταν γιά τόν Οἰκονόμο ἀναμφισβήτητη.
Γι᾽ αὐτό δέν ἤθελε νά δεῖ τήν προϊοῦσα χαλάρωσή της. Ἔτσι, φθάνει στό ἀφοριστικό συμπέρασμα: «Ὅστις λέγει καί φρονεῖ σπουδαίως γλῶσσαν νεοελληνικήν, ὁ τοιοῦτος ὑβρίζει (εἰς) τό ἔθνος τῶν Ἑλλήνων».
Στίς σχοινοτενεῖς, ὡς συνήθως, ἀναλύσεις του φαίνεται καί ὁ τρόπος, μέ τόν ὁποῖο ἑρμηνεύει ὁ Οἰκονόμος τόν νοῦν τῶν ἀντιπάλων του. Στήν χρήση τοῦ ἐπιθέτου «νεοελληνικός» ἐκεῖνοι, δέν περιορίζονται στήν χρονική του σημασία («Ἕλληνας οὐχί νεωτέρους, ὡς πρός τούς πάλαι προγόνους αὐτῶν κατά χρόνον σημαινομένους»). Αὐτή τήν χρήση δέχεται καί αὐτός. Ὁ Βάμβας καί ὁ Φαρμακίδης, ὅμως, κατά τόν Οἰκονόμον, ἐννοοῦν «πάντῃ νέους καί καινοφανεῖς, νεωστί βλαστήσαντας καί ἐξ ὑπαρχῆς ἀναφανέντας εἰς τήν Ἑλληνικήν γῆν».
Κατά τόν Οἰκονόμο, στόν γλωσσικό κώδικα τῶν ἀντιπάλων του οἱ σύγχρονοι Ἕλληνες ἦσαν «νεοπολῖται», ξένοι δηλαδή καί διάφοροι πρός τούς ἀρχαίους. Ὁ Οἰκονόμος πιστεύει ὅτι οἱ σύγχρονοι Ἕλληνες εἶναι «γνήσιοι τῶν πάλαι πατέρων αὐτῶν ἀπόγονοι κατ᾽ ἀδιάκοπον τοῦ γένους σειράν». Ὑπάρχει, δηλαδή, στόν Ἑλληνισμό φυλετική καί ἱστορική συνέχεια, ἡ δέ γλώσσα τῶν νεωτέρων (χρονικά) Ἑλλήνων «ἔστι καί λέγεται καί αὐτή ἑλληνική», πού σημαίνει ὅτι κοντά στήν ἐθνική ὑπάρχει καί γλωσσική συνέχεια. Ἀπό τήν «νεοελληνική γλώσσα» εὔκολα γίνεται ἡ μετάβαση σέ «νεοελληνική Ἐκκλησία», πού ἔχει ἀνάγκη αὐτῆς τῆς γλώσσας. Αὐτό ἀποκρούει τό γενικό– καί αἰσιόδοξο-συμπέρασμα τοῦ Οἰκονόμου: «Ὅστις, λοιπόν, εἰσάγει νεοελληνικήν γλῶσσαν καί φαντάζεται νεοελληνικήν ᾽Εκκλησίαν, ἐν σκότει διαπορεύεται καί ἱστόν ἀράχνης ὑφαίνει δειλαίως παραφρονῶν».
Ὁ Οἰκονόμος πίστευε ὅτι ἡ εἰσαγωγή μιᾶς νέας μορφῆς γλώσσας στήν ἐκκλησιαστική χρήση θά εἶχε ἀναπόφευκτα συνέπειες καί στήν κατανόηση τῆς Ἐκκλησίας. Κατ᾽ αὐτόν ὁ λόγος περί «νεοελληνικῆς γλώσσης» ἐπεκτεινόταν καί στήν ἀποδοχή «Νεοελληνικῆς Ἐκκλησίας», ἡ ὁποία θά ἐκφραζόταν τελικά μέ τήν γλώσσα αὐτή. Τό σημαντικότερο δέ, θεωροῦσε ὅτι αὐτή ἡ πορεία ἦταν προσχεδιασμένη. Μιλεῖ, ἔτσι, γιά «ὀνειροπολουμένην» νεοελληνικήν, ἤ μᾶλλον «διωρισμένην», δηλαδή σχεδιασμένη «νεόμορφον Ἑλληνικήν Ἐκκλησίαν». Ἀποκαλεῖται «νεόμορφος» ὡς σχετιζομένη μέ τούς «Ἀναμορφωτές» (Reformatores), τίς καλβινικές ὁμάδες τῶν μισσιοναρίων, πού ἄρδευαν τόν ἱστορικό ἑλληνικό χῶρο μέ τίς ἑτεροδιδασκαλίες τους.
Ὁ Οἰκονόμος θεωροῦσε τήν «νεόμορφον Ἐκκλησίαν» πραγματοποιήσιμη, διότι μαζί μέ τήν γλώσσα ἀπηλεῖτο καί ἡ παραδοσιακή λατρεία, ἡ ἐσωτερική ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Μέ τή νέα Μετάφραση, τό κύριο ὄργανο τῆς «καινοτομίας», ραδιουργεῖται κατ᾽ αὐτόν καί ἡ εἴσοδος στήν Ἐκκλησία «νέων εἰς τήν χυδαίαν γλῶσσαν προσευχῶν». Ἡ πεποίθησή του δέ αὐτή ἐρειδόταν στήν ἀπροκάλυπτη προπαγάνδιση ὅλων αὐτῶν ἀπό τούς δυτικούς μισσιοναρίους.
Στήν εἰκονική ἔκρηξη τοῦ Βάμβα: «Ποῖοι διδάσκουν τά περί τῆς Νεοελληνικῆς Ἐκκλησίας;», ὁ Οἰκονόμος ἀπαντᾶ: «Οἱ λεγόμενοι ἱεραπόστολοι καί οἱ τούτων συνεργοί», οἱ Ἕλληνες δηλαδή ὁμοϊδεάτες τους, ὅπως ὁ Βάμβας. «Νεοελληνική εἶναι ἡ «ραδιουργουμένη» Ἐκκλησία ὠς «διαφθειρομένη ὑπό τῶν ψευδαποστόλων ἑλληνική Ἐκκλησία». Ἦταν γνωστός, ἄλλωστε, ὁ σκοπός τῶν δρώντων στήν Ἑλλάδα μισσιοναρίων. Τά τεκμήρια, πού προσάγει ὁ Οἰκονόμος, γιά μᾶς σήμερα εἶναι ἀδιάψευστα. Τό βιβλίο λ.χ. «Παλαιονομία» τοῦ Τιμοθέου (Ἀτιμοθέου κατά τόν Οἰκονόμο) Κληροφίλου καί στήν πραγματικότητα τοῦ S.S. Wilson, πού ἀναφέρεται ρητά στήν ἀναμόρφωση τῆς ὀρθόδοξης λατρείας, τά κηρύγματα τοῦ ἀμερικανοῦ Βοῦργες (Bourgues), πού μιλοῦσε γιά «ἐντελῆ» μεταρρύθμιση τῆς ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας μετά τό πραξικοπηματικό αὐτοκέφαλο τοῦ 1833. Ὁ Οἰκονόμος θαρραλέα κατακρίνει τήν σχέση τῶν «καινοτόμων» μέ τόν Κοραῆ καί τά κηρύγματά του: «Ἔχοντες ὡς νέον εὐαγγέλιον τά περί μεταρρυθμίσεως τῆς Ἐκκλησίας ἀνόσια καί κακόδοξα τοῦ Κοραῆ γνωματεύματα, ἐξ ὧν ὑμῖν ἐν τοῖς πλείστοις ἡ μεγάλη σοφία, μαθητεύετε τούς Ὀρθοδόξους Ἕλληνας ὅλα τά λουθηροκαλβινικά φρονήματα». Καί αὐτό εἶναι ὀρθότατο. Μέ τίς κινήσεις τῶν εὐρωπαϊστῶν ἤ ἐκσυγχρονιστῶν τῆς τότε ἐποχῆς ἐπιβαλλόταν, τελικά, ὁ Προτεσταντισμός, ὡς νοοτροπία καί πρακτικές, ἡ πλήρης δηλαδή ἀποσύνθεση τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως καί ἡ πρόσδεση στό ἅρμα τῆς Εὐρώπης. Ἄλλωστε, δέν γίνονταν αὐτά γιά πρώτη φορά. Ὁ Οἰκονόμος ὑπενθυμίζει τήν ἀνάλογη διαδικασία ἐπί Πατριάρχου Κυρίλλου Λουκάρεως (17ος αἰ.). Καί τότε οἱ «Ἀναμορφωταί» ἀνέμεναν τήν «ἐκ τῆς χυδαίας τῶν Γραφῶν μεταφράσεως… ἀναμόρφωσιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας». Ἁπλῆ σύμπτωση; Τόν 16ον αἰ. μεταφράστηκε στά ἑλληνικά καί τό προτεσταντικό «Εὐχολόγιον ἤ τυπικόν τῆς Λειτουργίας». Τό ἴδιο ὅμως βασικό γιά τήν λατρεία βιβλίο μετατυπώθηκε καί τόν 19ον αἰ., «ἐπιδιορθωθέν καί ἐπεξεργασθέν πρός τό ἑλληνικώτερον» ἀπό τόν Βάμβα! Στήν «νεόμορφον Ἐκκλησίαν», κατά τόν Οἰκονόμον, ἀπέβλεπαν καί ὅλες οἱ προτεσταντικές στήν Ἑλλάδα ἐκδόσεις, μέ τήν καταβλασφήμηση τῶν θείων μυστηρίων καί τελετῶν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τήν σποράν τῶν «ζιζανίων τῆς κακοδοξίας» καί τήν διαστροφή ἤ ἀθέτηση τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων.
Ἀκόμη καί νέα μουσικά, προτεσταντικῆς συλλήψεως, βιβλία τυπώνονταν γιά τήν ἀλλαγή καί
αὐτῶν τῶν «ἀκουσμάτων» τῆς ὀρθόδοξης λατρείας. Σήμερα, ἄλλωστε, εἶναι πλέον βέβαιο, ὅτι «κύριος σκοπός τῆς προτεσταντικῆς ἱεραποστολῆς» ἦταν «ἡ μεταρρύθμισις τῆς ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίας βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς μεταρρυθμίσεως», «ὁ ἐκπροτεσταντισμός» της, πού συμβάδιζε μέ τόν ἐξευρωπαϊσμό.
Ἕνα ἀκόμη σημεῖο τῶν εὔστοχων ἐπισημάνσεων τοῦ Οἰκονόμου πρέπει νά ὑπογραμμισθεῖ. Ἀρχή τῆς Βιβλικῆς Ἑταιρείας ἦταν «τό ἀσχολίαστον καί καθαρόν» κείμενο τῶν Γραφῶν σ᾽ ὅλες τίς μεταφράσεις. Γιά τούς Ὀρθοδόξους ὅμως αὐτό σήμαινε, κατά τόν Οἰκονόμο, τήν ἀποβολή «τοῦ κύρους τῆς ἑρμηνείας τῶν θείων Πατέρων, καθώς οἱ Ἀναμορφωταί παραγγέλλουσι». Ἀπώτερος δέ στόχος ἦταν «ἡ διάκρισις τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ χριστιανισμοῦ ἀπό τοῦ χριστιανισμοῦ τῶν Γραφῶν». Αὐτό ἄλλωστε, εἶχε συμβεῖ στήν προτεσταντική μεταρρύθμιση. Στήν σημερινή θεολογική γλώσσα, θά λέγαμε, διάκριση τοῦ Χριστοῦ τῆς Γραφῆς ἀπό τόν Χριστό τῆς Ἐκκλησίας, κύριο πρόβλημα τῆς προτεσταντικῆς θεολογίας τόν 20ο αἰ. Εἶναι δυνατόν ὅμως νά ὑπάρξει Ὀρθοδοξία χωρίς ἁγίους Πατέρες καί τήν αὐθεντία τῆς ἁγιοπνευματικῆς ἐμπειρίας τους; Μέ τήν μετάφραση, συνεπῶς, καί τά παρεπόμενά της ἀνοιγόταν ὁ δρόμος πρός μία «μεταρρυθμισμένη» Νεοελληνική Ἐκκλησία.

4. Ὁ Φαρμακίδης διατεινόταν ὅτι τὰ περὶ νεομόρφου Ἐκκλησίας ἦσαν «φαντασία καὶ δημιούργημα» τοῦ Οἰκονόμου, τὸν ὁποῖο χαρακτηρίζει «τρελό». Ὁ Οἰκονόμος «ἔπλασε —γράφει— καὶ νεόμορφον ἢ νεοελληνικὴν Ἐκκλησίαν ἐν “Ἑλλάδι παρ᾽ Ἑλλήνων ραδιουργουμένην”». Ὁ Βάμβας, ἐξ ἄλλου, κατηγοροῦσε τὸν Οἰκονόμο ὅτι «ἐκφοβίζει τοὺς Ἕλληνας μὲ τὸ πλαστὸν φόβητρον τῆς Νεοελληνικῆς Ἐκκλησίας». Οἱ φόβοι τοῦ Οἰκονόμου δὲν ἦσαν, δηλαδή, παρὰ τεχνητὴ κινδυνολογία.
Προκλητικὴ ἦταν ὁπωσδήποτε καὶ ἡ θέση τοῦ Βάμβα ὅτι «ἡ μετάφρασις τῶν ἱερῶν Γραφῶν… ἐμπορεῖ νὰ λέγεται ὅτι ἔγεινεν διὰ τὴν νεοελληνικὴν Ἐκκλησίαν, ὄχι τὴν δεδουλωμένην, ἀλλὰ τὴν ἐλευθέραν». Μολονότι ὁ Βάμβας ὀρθὰ δίνει ἐδῶ χρονικὴ σημασία στὸν ὅρο «νεοελληνική», ἐκτοξεύει βατύτατο ὑπαινιγμὸ κατὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀνανεώνοντας τὴν κοραϊκὴ ἀντιπάθεια ἀπέναντί του. Ὅλοι οἱ Κοραϊστὲς καὶ συνάμα εὐρωπαϊστές ταύτιζαν τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο μὲ τὸ καθεστὼς τῆς Ὀθωμανοκρατίας.
Ὁ Οἰκονόμος ὅμως μὲ εὐστροφία ξεσκεπάζει τὸν ἀντίπαλό του, τονίζοντας τὴν προτεσταντίζουσα σκέψη του: Γιὰ «εὕρεσιν τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας —ἀπαντᾶ— καυχῶνται καὶ
οἱ Προτεστάνται». Ὁ δὲ «θεοσεβὴς καὶ φιλόχριστος διδάσκαλος Βάμβας ποίαν ἀρχαίαν Ἐκκλησίαν ζητεῖ καὶ ποίαν νεωτέραν βλέπει εἰς τὴν ἑνότητα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας καὶ ὑποδουλωμένης Ἐκκλησίας;».
Ὁ Οἰκονόμος βρίσκει περαιτέρω τὴν εὐκαιρία νὰ ἀποκαλύψει καὶ τὸ ὑπόβαθρο τῆς σκέψης τῶν ἀντιπάλων του. Ἡ προσδοκία καὶ ραδιουργία «νεομόρφου» Ἐκκλησίας γίνεται, διότι «παντοιοτρόπως» «σπουδάζουν ἀπορρῆξαι τὸν μεταξὺ τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας
καὶ τῆς ἐν τῷ Κράτει τῶν Ἑλλήνων Ὀρθοδόξου θυγατρὸς αὐτῆς πνευματικὸν καὶ ἀδιάρρηκτον σύνδεσμον». Ἡ Μ. Ἐκκλησία κατηγορεῖται ἀπὸ αὐτοὺς ὡς «ξένη» καὶ «ἀσύμφυλος». Τὸ τραγικὸ εἶναι ὅτι τότε τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ὑποστηριζόταν ἀπὸ τοὺς παραδοσιακοὺς διὰ τὴν ἐμμονή του στὴν πατερικὴ παράδοση· σήμερα τὸ ὑποστηρίζουν ἔνθερμα οἱ ὑπονομευτὲς τῆς παραδόσεως.
Ὑπῆρχε ὅμως καὶ κάτι βαρύτερο. Ἡ ἀποστρεφομένη τὸν Οἰκονόμο ὁμάδα διέδιδε ὅτι ὁ Οἰκονόμος ἐργαζόταν γιὰ τὴν ἐπανυπαγωγὴ τῆς «αὐτοκέφαλης» Ἐκκλησίας τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο. Ὁ Οἰκονόμος ἀποκρούει μὲ ἀποτροπιασμὸ τὴν σπερμολογία αὐτή. Δὲν διστάζει δὲ νὰ χρησιμοποιήσει καυστικὴ γλώσσα ἀντεπιτιθέμενος καὶ ἀποκαλύπτοντας τοὺς ἀληθινοὺς σκοποὺς καὶ διαθέσεις τῶν ἀντιπάλων του: «Ἀλλὰ τοῦτο πρὸς ὑμᾶς ἀφόρητον φαίνεται καὶ πικρόν, διότι θέλετε τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος ἀπεσχισμένην ἀπὸ τῆς ἁγίας αὐτῆς Μητρός, ἄσχετον πρὸς τὰς λοιπὰς αὐτονόμους Ἐκκλησίας τῶν Ὀρθοδόξων, ἀνάδελφον, αὐθέκαστον, μεμονωμένην, ἔρημον πάσης προστασίας πνευματικῆς, καὶ ἑπομένως εὐάλωτον καὶ εὐχείρωτον εἰς τοὺς καταθλίβοντας αὐτὴν πολεμίους τῆς εὐσεβείας καὶ τόπον ἐπιτήδειον εἰς κατασκευὴν τῆς ὀνειροπολουμένης Νεοελληνικῆς Ἐκκλησίας».
Ἡ σημαντικότερη δὲ καινοτομία δὲν ἦταν ἄλλη ἀπὸ τὴν ἀποξένωσή της ἀπὸ τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, ποὺ τὴν κρατοῦν ἑνωμένη μὲ τὴν ἀποστολικὴ καὶ πατερικὴ Ὀρθοδοξία, ὥστε νὰ καταστεῖ πραγματικὰ «νεόμορφος» καὶ «νεοελληνική». Σ᾽ αὐτὴ τὴν διαδικασία, ἀκριβῶς μετεῖχαν ἐνσυνείδητα, κυριαρχούμενοι ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ ἐξευρωπαϊσμοῦ ὡς δῆθεν προόδου, ὁ Φαρμακίδης καὶ ὁ Βάμβας. Δίκαια, λοιπόν, τοὺς ἐρωτᾶ: «Ταῦτα δὲ ποιοῦντες ραδιουργείται Νεοελληνικὴν Ἐκκλησίαν ἢ οὔ;».

5. Συμπερασματικά: Ἡ περὶ «Νεοελληνικῆς Ἐκκλησίας» διένεξη τὸν 19ο αἰ. ἐπιβεβαιώνει, ἀπὸ τὴν πλευρά της, τὴν ὕπαρξη δύο κόσμων στὰ σπλάγχνα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὸ ἀσύμπτωτο μεταξύ τους καὶ γι᾽ αὐτὸ τὴν ἀναπόφευκτη σύγκρουσή τους. Εἶναι ἡ κορύφωση τοῦ ἰδεολογικοῦ διχασμοῦ, ποὺ ἀρχίζει μετὰ τὸ σχίσμα (1054) καὶ κυρίως μετὰ τὴν Σύνοδο τῆς Φλωρεντίας (1439) καὶ ὁδήγησε στὴ διαμόρφωση μιᾶς ἀνατολικῆς καὶ μιᾶς δυτικῆς παρατάξεως.
Οἱ πρωταγωνιστὲς τῶν δύο μετώπων, τῶν ὁποίων τὴν σκέψη προσεγγίσαμε παραπάνω, μὲ τὴν
σφοδρότητα, ἀλλὰ καὶ ἀπολυτότητά τους, φανερώνον τὴν οὐσιαστικὴ ἀποστασιοποίησή τους. Ἀνήκουν, ὅπως καὶ οἱ ὁμόφρονές τους, σὲ δύο Ἑλληνισμούς, ποὺ δὲν εἶναι πιὰ δυνατὸν νὰ συνυπάρξουν.
Ὁ Κωνσταντῖνος Οἰκονόμος κατηγορεῖτο ὡς ὑπερβολικὸς καὶ φαντασιόπληκτος. Εἶχε ὅμως συλλάβει σὲ μεγάλο βάθος τὰ τεκταινόμενα εἰς βάρος τῆς ἑλληνορθοδόξου παραδόσεως, μέσα στὸ νεωτεριστικὸ παραλήρημα τῶν ὑπονομευτῶν της. Ἐπισημάνσεις τοῦ Οἰκονόμου, ἀναπόδεικτες τότε, σήμερα ἐπιβεβαιώνονται, διότι ὁ ἀντίκτυπος τῶν τότε γεγονότων φθάνει μέχρι τὶς ἡμέρες μας, ὅπως ἀποδεικνύει λ.χ. ἡ ἐξέλιξη καὶ κατάληξη τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος καὶ στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ προσπάθεια, στὶς τελευταῖες δεκαετίες, τῆς εἰσαγωγῆς μεταφράσεων στὴν λατρεία μας εἶναι ἐπανέκφραση τοῦ πνεύματος τοῦ Φαρμακίδη καὶ τῶν συνεργῶν του. Ἡ σημερινὴ Ἑλλάδα κυοφορήθηκε ἀπὸ κάθε πλευρὰ τὸν 19ο (κυρίως) αἰώνα; Ἡ μανία τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ καὶ ἐξευρωπαϊσμοῦ συνδέθηκε μὲ τὴν ἀποσύνδεση ἀπὸ τὴν ἑλληνορθόδοξη παράδοση καὶ ὅλα τὰ συστατικά της. Οἱ εὐρωπαϊστές μας εὔστοχα ἀντελήφθησαν ὅτι ὁ ἐξευρωπαϊσμὸς εἶναι ἀνεπίτευκτος χωρὶς τὸν ἐκλατινισμὸ καὶ ἐκπροτεσταντισμὸ τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ γνωρίζουν πολὺ καλὰ καὶ οἱ σημερινοὶ καινοτόμοι.

ΣΗΜ.: Τὸ πλῆρες κείμενο δημοσιεύεται προσεχῶς στὰ Πρακτικὰ Συνεδρίου μαζὶ μὲ τὶς σημειώσεις καὶ παραπομπές

ΑΠΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΤΥΠΟ